Αυξήσεις στις συντάξεις και στους μισθούς, μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα και νέα περιθώρια ρύθμισης οφειλών συνθέτουν την εικόνα του Προϋπολογισμού του 2027. Την ίδια στιγμή, οι ελεύθεροι επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με νέες επιβαρύνσεις, καθώς οι ασφαλιστικές εισφορές τους συνδέονται με την εξέλιξη του πληθωρισμού.
Διαφορετικές επιπτώσεις για εκατομμύρια πολίτες αναμένεται να έχει ο Προϋπολογισμός του 2027, καθώς οι παρεμβάσεις που σχεδιάζονται επηρεάζουν τόσο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Συνταξιούχοι, μισθωτοί, οφειλέτες και ελεύθεροι επαγγελματίες θα βρεθούν μπροστά σε διαφορετικά δεδομένα, με το τελικό αποτέλεσμα να εξαρτάται από το ύψος των αποδοχών τους, τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις και την εξέλιξη των τιμών.
Στη μία πλευρά βρίσκονται οι προβλεπόμενες αυξήσεις στις συντάξεις, η αναπροσαρμογή των μισθών, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό τομέα και η δυνατότητα αποπληρωμής οφειλών προς τον ΕΦΚΑ σε έως 120 δόσεις. Στην άλλη, οι αυξήσεις στις εισφορές των μη μισθωτών, οι οποίες, σύμφωνα με το εξεταζόμενο σενάριο, θα ακολουθήσουν την πορεία του πληθωρισμού.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των ονομαστικών αυξήσεων, αλλά και η πραγματική αγοραστική δύναμη που θα απομείνει στους πολίτες μετά την καταβολή φόρων, εισφορών και λοιπών υποχρεώσεων. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης, η ονομαστική άνοδος του εισοδήματος δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Συνταξιούχοι: Αυξήσεις έως 2,9% με βάση τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη
Περίπου 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι αναμένεται να επηρεαστούν από την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το 2027. Καθοριστικός παράγοντας για τον προσδιορισμό του ποσοστού αύξησης είναι η πορεία του πληθωρισμού και ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η ισχύουσα μεθοδολογία συνδέει την αναπροσαρμογή με τον μέσο όρο των δύο μεγεθών.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στο εξεταζόμενο προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ο πληθωρισμός για το 2026 εκτιμάται στο 3,8%, ενώ η ανάπτυξη στο 2%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η αύξηση των συντάξεων για το 2027 υπολογίζεται ενδεικτικά μεταξύ 2,8% και 2,9%, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβεβαιωθούν οι συγκεκριμένες προβλέψεις.
Η διαφορά είναι σημαντική, καθώς η αύξηση θα εφαρμοστεί στο ποσό της σύνταξης και θα διαφοροποιείται ανάλογα με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών.
Ενδεικτικά, με αύξηση 2,8%, μια σύνταξη 600 ευρώ θα ενισχυθεί κατά 16,80 ευρώ τον μήνα, φτάνοντας στα 616,80 ευρώ. Σε ετήσια βάση, το όφελος διαμορφώνεται στα 201,60 ευρώ.
Για σύνταξη 975 ευρώ, το ποσό της μηνιαίας αύξησης ανέρχεται σε 27,30 ευρώ, ενώ η νέα σύνταξη διαμορφώνεται στα 1.002,30 ευρώ. Σε ετήσια βάση, η διαφορά φτάνει τα 327,60 ευρώ.
Αντίστοιχα, σύνταξη 2.000 ευρώ θα αυξηθεί κατά 56 ευρώ τον μήνα, με ετήσιο όφελος 672 ευρώ, ενώ σύνταξη 2.500 ευρώ θα ενισχυθεί κατά 70 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή κατά 840 ευρώ σε ετήσια βάση.
Τα ποσά αυτά είναι ενδεικτικά και αφορούν εφαρμογή αύξησης 2,8% επί του αρχικού ποσού, πριν από τυχόν άλλες κρατήσεις ή ειδικές επιβαρύνσεις.
Εθνική σύνταξη: Πού μπορεί να διαμορφωθεί το ποσό το 2027
Η αναπροσαρμογή αφορά και την εθνική σύνταξη, η οποία αποτελεί βασικό τμήμα του συνολικού ποσού που λαμβάνει ο συνταξιούχος.
Με βάση το σενάριο αύξησης 2,8% και αφετηρία τα 446 ευρώ, το ποσό θα διαμορφωνόταν στα 458,49 ευρώ. Η τελική αναπροσαρμογή, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από το ποσοστό που θα οριστικοποιηθεί και τις ισχύουσες προϋποθέσεις για τη χορήγησή της.
Σημαντική αλλαγή αποτελεί επίσης η προβλεπόμενη πλήρης κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, η οποία αφορά περίπου 670.000 συνταξιούχους. Μέχρι σήμερα, η προσωπική διαφορά λειτουργούσε ως μηχανισμός που μπορούσε να απορροφά μέρος ή το σύνολο της ονομαστικής αύξησης, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη αύξηση στο καταβαλλόμενο ποσό.
Η κατάργησή της αναμένεται να επιτρέψει στους δικαιούχους που καλύπτονται από τη σχετική ρύθμιση να βλέπουν πραγματική αύξηση στις μηνιαίες αποδοχές τους, αντί η αναπροσαρμογή να συμψηφίζεται λογιστικά με την προσωπική διαφορά. Η ακριβής επίδραση θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής της ρύθμισης σε κάθε κατηγορία συνταξιούχων.
Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται η οικονομική ενίσχυση των 400 ευρώ, η οποία, σύμφωνα με το εξεταζόμενο υλικό, προβλέπεται να καταβληθεί τον Νοέμβριο του 2026. Παράλληλα, αναφέρεται η κατάργηση της περικοπής κατά 50% στις συντάξεις χηρείας μετά την παρέλευση της πρώτης τριετίας. Η εφαρμογή και το εύρος των συγκεκριμένων παρεμβάσεων πρέπει να επιβεβαιωθούν από τις οριστικές κυβερνητικές αποφάσεις.
Μισθωτοί: Αύξηση αποδοχών, αλλά μικρότερο όφελος σε πραγματικούς όρους
Θετική μεταβολή στις ονομαστικές αποδοχές των εργαζομένων προβλέπεται για το 2027. Σύμφωνα με τα στοιχεία του εξεταζόμενου δημοσιονομικού σχεδιασμού, οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά εργαζόμενο αναμένεται να αυξηθούν κατά 3,9%, έναντι 3,7% το 2026.
Οι συνολικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι σχετικές κρατήσεις, εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 4,6% το 2027, από 4,4% το 2026.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αναμενόμενη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, τις μισθολογικές μεταβολές στον δημόσιο τομέα και την προβλεπόμενη θέσπιση επιδόματος εορτών Χριστουγέννων για δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς από το 2027.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν οι αυξήσεις εξετάζονται σε πραγματικούς όρους. Η ονομαστική αύξηση των αποδοχών δεν αποτυπώνει από μόνη της την πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, καθώς πρέπει να συνυπολογίζεται η άνοδος των τιμών.
Με βάση τις σχετικές προβλέψεις, η πραγματική αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο εκτιμάται στο 1,4% για το 2027. Με άλλα λόγια, οι μισθοί αναμένεται να αυξηθούν ταχύτερα από ό,τι σε ορισμένες προηγούμενες περιόδους, αλλά ένα μέρος της ονομαστικής αύξησης θα εξακολουθήσει να απορροφάται από το κόστος διαβίωσης.
Για τα νοικοκυριά, επομένως, το ουσιαστικό μέγεθος είναι το διαθέσιμο εισόδημα μετά την επίδραση του πληθωρισμού και των υποχρεωτικών κρατήσεων.
Κατώτατος μισθός: Στόχος τα 1.000 ευρώ έως το 2028
Η πορεία του κατώτατου μισθού αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους της εισοδηματικής πολιτικής για την επόμενη διετία.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που περιγράφεται στο εξεταζόμενο υλικό, η αύξηση προβλέπεται να εξελιχθεί σε δύο φάσεις, με στόχο ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 1.000 ευρώ μεικτά έως το 2028.
Εφόσον συνυπολογιστούν οι τριετίες, οι μεικτές αποδοχές μπορεί να φτάσουν έως τα 1.300 ευρώ για εργαζομένους που δικαιούνται τις σχετικές προσαυξήσεις.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού έχει ευρύτερη επίδραση στην αγορά εργασίας, καθώς επηρεάζει άμεσα τις αποδοχές των εργαζομένων που αμείβονται με βάση το κατώτατο όριο και μπορεί να συμπαρασύρει μισθολογικά κλιμάκια και άλλες αμοιβές.
Παράλληλα, επηρεάζει το κόστος μισθοδοσίας των επιχειρήσεων, τις εργοδοτικές επιβαρύνσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιδόματα ή παροχές που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό.
Η τελική επίδραση στην τσέπη του εργαζομένου θα εξαρτηθεί από το μεικτό ποσό, τις ασφαλιστικές κρατήσεις, τη φορολογική επιβάρυνση και τις οικογενειακές παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των καθαρών αποδοχών.
Μείωση ασφαλιστικών εισφορών από την 1η Απριλίου 2027
Μία ακόμη παρέμβαση που προβλέπεται να επηρεάσει την απασχόληση είναι η μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών που συνδέονται με τις κρατήσεις υπέρ της ΔΥΠΑ στον ιδιωτικό τομέα, από την 1η Απριλίου 2027.
Το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης εκτιμάται σε 163 εκατ. ευρώ για το 2027 και σε 218 εκατ. ευρώ για το 2028.
Με βάση τα στοιχεία του σχεδιασμού, το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικών εισφορών για το 2027 προβλέπεται να υποχωρήσει στο 34,66%. Από αυτό, το 12,87% αντιστοιχεί στην εισφορά του εργαζομένου και το 21,79% στην εργοδοτική εισφορά.
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί παρέμβαση που μπορεί να λειτουργήσει προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, περιορίζει το μη μισθολογικό κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις. Από την άλλη, μπορεί να ενισχύσει τις καθαρές αποδοχές, ανάλογα με το πώς κατανέμεται η μείωση στις επιμέρους εισφορές.
Η επίδραση, πάντως, δεν είναι ίδια για όλους τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις. Για να υπολογιστεί το πραγματικό όφελος, χρειάζεται να εξετάζεται η μισθολογική βάση, το είδος των εισφορών που μειώνονται και η ημερομηνία εφαρμογής του μέτρου.
Ρύθμιση οφειλών σε 120 δόσεις: Ανάσα ρευστότητας για επιχειρήσεις και επαγγελματίες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη για ρύθμιση οφειλών προς τον ΕΦΚΑ σε έως 120 δόσεις, καθώς αφορά επιχειρήσεις και ασφαλισμένους που αντιμετωπίζουν συσσωρευμένες υποχρεώσεις.
Η δυνατότητα αποπληρωμής σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα μπορεί να μειώσει τη μηνιαία επιβάρυνση και να διευκολύνει τον προγραμματισμό των ταμειακών ροών. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ρευστότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ταυτόχρονες υποχρεώσεις προς ασφαλιστικούς φορείς, φορολογικές αρχές, προμηθευτές και εργαζομένους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του δικηγόρου και εργατολόγου Γιώργου Κουτσούκου, βασικό στοιχείο της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η ελάχιστη μηνιαία δόση των 30 ευρώ.
Με αυτό το κατώτατο όριο, ο αριθμός των δόσεων προσαρμόζεται στο ύψος της οφειλής. Για χρέη άνω των 3.600 ευρώ, μπορεί να αξιοποιηθεί το σύνολο των 120 δόσεων, εφόσον το επιτρέπει το τελικό πλαίσιο. Για χαμηλότερες οφειλές, ο αριθμός των δόσεων περιορίζεται ώστε η μηνιαία καταβολή να μην πέφτει κάτω από τα 30 ευρώ.
Η λογική του μέτρου είναι να συνδυαστεί η δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών με τη διασφάλιση ουσιαστικών εισπράξεων για τον ΕΦΚΑ. Για τον οφειλέτη, το όφελος δεν περιορίζεται στη χαμηλότερη μηνιαία δόση, αλλά αφορά και τη δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης των υποχρεώσεων χωρίς να απορροφάται μεγάλο μέρος του διαθέσιμου κεφαλαίου κίνησης.
Ωστόσο, πριν από οποιαδήποτε ένταξη, θα πρέπει να εξεταστούν οι τελικοί όροι, οι προϋποθέσεις υπαγωγής, οι τυχόν προσαυξήσεις και οι συνέπειες από ενδεχόμενη απώλεια της ρύθμισης. Η αναφορά σε 120 δόσεις δεν σημαίνει ότι κάθε οφειλέτης αποκτά αυτομάτως δικαίωμα ένταξης.
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές λόγω πληθωρισμού
Στον αντίποδα των μειώσεων για τους μισθωτούς, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές από το νέο έτος.
Στο εξεταζόμενο σενάριο, οι εισφορές αναπροσαρμόζονται με βάση τον πληθωρισμό του 2026, ο οποίος εκτιμάται στο 3,8%. Με αυτή την παραδοχή, η εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας, που σήμερα ανέρχεται σε 250,77 ευρώ, θα διαμορφωνόταν περίπου στα 260,30 ευρώ τον μήνα.
Η πρώτη ασφαλιστική κατηγορία αποτελεί την επιλογή περίπου του 80% των ασφαλισμένων της συγκεκριμένης κατηγορίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχικού υλικού. Επομένως, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη ποσοστιαία αναπροσαρμογή έχει ευρεία επίδραση στον προϋπολογισμό χιλιάδων επαγγελματιών.
Για όσους επιλέγουν υψηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, η επιβάρυνση σε απόλυτα ποσά είναι μεγαλύτερη, καθώς η αναπροσαρμογή εφαρμόζεται σε υψηλότερη βάση εισφοράς.
Η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών επηρεάζει άμεσα το λειτουργικό κόστος μιας ατομικής επιχείρησης ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Σε περιπτώσεις όπου τα έσοδα δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό, η επιβάρυνση μπορεί να περιορίσει το καθαρό εισόδημα, τη δυνατότητα αποταμίευσης ή τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις.
Παράλληλα, η διαφορά ανάμεσα στην αύξηση του τζίρου και στην αύξηση του κόστους αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων. Όταν τα λειτουργικά έξοδα αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα, συμπιέζεται το περιθώριο κέρδους και περιορίζεται η δυνατότητα κάλυψης νέων υποχρεώσεων.
Ο δείκτης μισθών παραμένει σε εκκρεμότητα
Ανοιχτό παραμένει, σύμφωνα με το αρχικό υλικό, το ζήτημα της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών με τον δείκτη μισθών, η εφαρμογή του οποίου έχει αναβληθεί δύο φορές.
Η συγκεκριμένη αλλαγή θα μπορούσε να διαφοροποιήσει αισθητά τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων. Σε αντίθεση με τον πληθωρισμό, ο οποίος αποτυπώνει τη μεταβολή του γενικού επιπέδου τιμών, ο δείκτης μισθών αντανακλά την εξέλιξη των αμοιβών στην οικονομία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο αρχικό υλικό, οι αμοιβές εμφάνισαν αύξηση 4,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, βάσει της σχετικής αναφοράς στην ΕΛΣΤΑΤ. Αντίστοιχη αύξηση των εισφορών, εφόσον εφαρμοζόταν με τον ίδιο τρόπο, θα οδηγούσε σε υψηλότερη επιβάρυνση σε σύγκριση με το σενάριο αναπροσαρμογής 3,8%.
Η σύγκριση, ωστόσο, είναι ενδεικτική. Το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τον δείκτη που θα επιλεγεί τελικά, τη χρονική περίοδο αναφοράς και τον μηχανισμό εφαρμογής που θα προβλέπει η σχετική νομοθεσία.
Για τους επαγγελματίες, η εκκρεμότητα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει τον μεσοπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό τους. Η πρόβλεψη των ασφαλιστικών υποχρεώσεων αποτελεί βασικό στοιχείο στον υπολογισμό του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος και στη διαμόρφωση του ετήσιου προϋπολογισμού μιας επιχείρησης.
Ποιοι κερδίζουν και ποιοι επιβαρύνονται το 2027
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τις προβλέψεις για το 2027 δεν είναι ενιαία. Οι συνταξιούχοι αναμένεται να δουν αναπροσαρμογή των αποδοχών τους, ενώ οι μισθωτοί θα επωφεληθούν από την προβλεπόμενη αύξηση των ονομαστικών αμοιβών και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό τομέα.
Για τους οφειλέτες, η δυνατότητα ρύθμισης σε έως 120 δόσεις μπορεί να προσφέρει σημαντική διευκόλυνση, εφόσον οριστικοποιηθούν οι όροι και πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής.
Αντίθετα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένο ασφαλιστικό κόστος, ιδιαίτερα αν οι εισφορές αναπροσαρμοστούν με βάση τον πληθωρισμό ή αν ενεργοποιηθεί στο μέλλον ο δείκτης μισθών.
Το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από τον συνδυασμό των εισοδηματικών αυξήσεων, των ασφαλιστικών κρατήσεων, της φορολογικής επιβάρυνσης και της εξέλιξης των τιμών. Για τα νοικοκυριά, το βασικό μέγεθος παραμένει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, καθοριστικός παράγοντας είναι η σχέση εσόδων και λειτουργικού κόστους.
Το 2027, επομένως, δεν διαμορφώνεται μόνο ως μια χρονιά αυξήσεων, αλλά και ως μια περίοδος ανακατανομής των οικονομικών βαρών. Το ποιοι θα δουν ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά τους και ποιοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με νέες πιέσεις θα εξαρτηθεί από τις τελικές αποφάσεις, την εφαρμογή των μέτρων και, κυρίως, από το πόσο οι ονομαστικές μεταβολές θα μεταφραστούν σε πραγματική οικονομική ανακούφιση.
