Σε μία επιχείρηση υψηλής σημασίας για την ασφάλεια των ανηλίκων στο διαδίκτυο, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος κατάφερε να αποδιαρθρώσει το ελληνικό παρακλάδι της διαβόητης και επικίνδυνης οργάνωσης «764». Πρόκειται για μια εξτρεμιστική και σαδιστική ομάδα με διεθνή δικτύωση, η οποία δρα σε κλειστά ψηφιακά περιβάλλοντα (συχνά στο dark web ή μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών), στοχοποιώντας συστηματικά ανήλικα κορίτσια. Η «764» δεν λειτουργεί απλώς ως κύκλωμα πορνογραφίας, αλλά ως μια οργάνωση ψυχολογικού πολέμου: τα μέλη της στοχεύουν στην απόλυτη χειραγώγηση των θυμάτων τους, εφαρμόζοντας μεθόδους «grooming» (διαδικτυακής αποπλάνησης) που καταλήγουν σε εκβιασμούς, απειλές για τη ζωή τους ή τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και, τελικά, στον εξαναγκασμό σε αυτοτραυματισμούς, μετατρέποντας τον ανθρώπινο πόνο σε «περιεχόμενο» προς κατανάλωση για το δίκτυο των μελών της.

Η αντίστροφη μέτρηση για τους δύο 17χρονους Έλληνες ξεκίνησε μετά από πληροφορίες που περιήλθαν στις ελληνικές Αρχές από πράκτορες της αμερικανικής Homeland Security, οι οποίοι παρακολουθούσαν τη δραστηριότητα της ομάδας παγκοσμίως. Οι δύο ανήλικοι φέρονται να είχαν ενεργό ρόλο στη διακίνηση και τον εμπλουτισμό του αποτρόπαιου υλικού της οργάνωσης. Κατά τις συλλήψεις σε Ηράκλειο Κρήτης και Θεσσαλονίκη, κατασχέθηκαν ψηφιακά πειστήρια που περιλαμβάνουν βίντεο κακοποίησης παιδιών κάτω των 12 ετών και φωτογραφίες θυμάτων που είχαν ωθηθεί σε αυτοτραυματισμούς, ενώ οι δικογραφίες που σχηματίστηκαν είναι κακουργηματικού χαρακτήρα, με τους κατηγορούμενους να αντιμετωπίζουν βαρύτατες ποινές.

Με αφορμή αυτή τη σοκαριστική υπόθεση, οι ειδικοί της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος απευθύνουν έκκληση στους γονείς να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση, καθώς τα σημάδια διαδικτυακής χειραγώγησης μπορεί να είναι συχνά ανεπαίσθητα. Οι γονείς πρέπει να παρατηρούν αλλαγές στη συμπεριφορά των παιδιών τους, όπως η απότομη απόσυρση από την κοινωνική ζωή, η εμφάνιση έντονου άγχους ή εκνευρισμού όταν το παιδί χρησιμοποιεί το κινητό ή τον υπολογιστή του, ή η τάση του να κρύβει την οθόνη του όταν πλησιάζει κάποιος ενήλικας. Άλλα προειδοποιητικά σήματα περιλαμβάνουν την ξαφνική απώλεια ενδιαφέροντος για αγαπημένες δραστηριότητες, τις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες ή στον ύπνο, καθώς και την εμφάνιση άγνωστων αντικειμένων ή χρημάτων που το παιδί δεν μπορεί να δικαιολογήσει. Η ύπαρξη ανεξήγητων τραυματισμών στο σώμα του παιδιού αποτελεί ένδειξη που χρήζει άμεσης ιατρικής και ψυχολογικής παρέμβασης.

Η πρόληψη και η ανοιχτή επικοινωνία παραμένουν τα ισχυρότερα «όπλα» των γονέων. Είναι κρίσιμο να καλλιεργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης όπου το παιδί θα νιώθει ασφαλές να μιλήσει για οτιδήποτε το κάνει να νιώθει άβολα στο διαδίκτυο, χωρίς τον φόβο της τιμωρίας ή της απαγόρευσης της τεχνολογίας. Σε περίπτωση που οι γονείς αντιληφθούν οτιδήποτε ύποπτο, οφείλουν να μην διαγράψουν το υλικό από τις συσκευές (καθώς αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο) και να απευθυνθούν άμεσα στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η οποία διαθέτει εξειδικευμένους ψυχολόγους και αναλυτές για τη διαχείριση τέτοιων κρίσιμων περιστατικών.