Η υπόθεση της γκαλερί Τσαγκαράκη ξεκίνησε στις 6 Μαρτίου 2026, όταν η ΕΛ.ΑΣ. έλαβε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα που ανέφερε ατασθαλίες στη διαχείριση και πώληση έργων τέχνης. Στη συνέχεια, επώνυμη καταγγελία από άτομο με γνώση των ζητημάτων της τέχνης οδήγησε σε περαιτέρω έρευνα, εστιάζοντας στα έργα που δημοπρατούσε ο γκαλερίστας.

Ο γκαλερίστας, σύμφωνα με την αστυνομία, αρνείται όλες τις κατηγορίες, ωστόσο σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για σοβαρά αδικήματα, όπως: υπεξαίρεση αρχαίων και νεότερων μνημείων μεγάλης αξίας, παράβαση υποχρέωσης δήλωσης μνημείου, απάτη μεγάλης ζημιάς, διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και κατασκευή/διάθεση πλαστών έργων τέχνης.

Στην κατοχή του βρέθηκαν μετρητά που ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ, ενώ οι Αρχές προχώρησαν σε κατάσχεση δεκατριών εκπομπών όπου ο γκαλερίστας φαινόταν να πωλεί έργα, με εκτιμώμενο προσδοκώμενο κέρδος περίπου 400.000 ευρώ. Ταυτόχρονα, η διαφαινόμενη τιμή κατακύρωσης των έργων που πωλήθηκαν φτάνει πάνω από 31.000 ευρώ.

Μεταξύ των κατασχεθέντων περιλαμβάνονται πλαστά έργα, όπως πίνακες που φέρουν την υπογραφή του «Θεόφιλου», χαρακτηρισμένου ως νεότερου μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και δύο όμοιοι πίνακες με υπογραφή της αναγνωρισμένης ζωγράφου «Αλταμούρα». Η έρευνα περιλαμβάνει επίσης συλλογή στοιχείων από email καταγγελιών, όπως αυτά από Βυζαντινολόγο από την Κύπρο, που ανέφεραν ότι η γκαλερί πωλούσε έργα πλαστά ή ευτελούς αξίας.

Κατά την έρευνα στο σπίτι του γκαλερίστα στη Βουλιαγμένη Αττικής, οι αστυνομικοί βρήκαν, μέσω υπαλλήλου του, 13.800 ευρώ και ένα Ιερό Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα, τυπωμένο στη Βενετία, το οποίο επρόκειτο να δημοπρατηθεί με εκτιμώμενη τιμή 8-12 χιλιάδες ευρώ.

Οι Αρχές συνεχίζουν την έρευνα, ενώ η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στον χώρο της τέχνης και των δημοπρασιών, αναδεικνύοντας την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους σε εμπορική κλίμακα έργων πολιτιστικής αξίας.

Από Newsroom

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *