– Πώς έφτασαν οι Αδιάφθοροι στα ίχνη του Μια υπόθεση που αφορά καταγγελίες για δωροληψία και παράνομη διαχείριση τροχονομικών παραβάσεων αποκαλύφθηκε στον Βόλο, μετά από πολύμηνη έρευνα των στελεχών της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βορείου Ελλάδος. Στο επίκεντρο βρίσκεται αστυνομικός που υπηρετούσε στο Τμήμα Μεταγωγών Βόλου και, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, φέρεται να εκμεταλλευόταν τη θέση που κατείχε στη γραμματεία της υπηρεσίας, ζητώντας χρηματικά ποσά από οδηγούς προκειμένου να μην προχωρούν οι διαδικασίες για συγκεκριμένες τροχονομικές παραβάσεις.
Σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία για δωροληψία, κατάχρηση εξουσίας, παράβαση καθήκοντος και ψευδή βεβαίωση, ενώ η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη για να διαπιστωθεί το εύρος της φερόμενης δράσης. Η θέση που του έδινε πρόσβαση στις κλήσεις Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την έρευνα, ο αστυνομικός υπηρετούσε στη γραμματεία και είχε αρμοδιότητα στη διαχείριση κλήσεων και διοικητικών ποινών που διαβιβάζονταν από τροχονομικές και άλλες αστυνομικές αρχές. Οι συγκεκριμένες παραβάσεις έπρεπε να ακολουθήσουν την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία και να επιδοθούν στους οδηγούς που είχαν παραβιάσει τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Κατά την έρευνα, ωστόσο, φέρεται να αξιοποιούσε την υπηρεσιακή του θέση με διαφορετικό τρόπο, επικοινωνώντας με παραβάτες και καλώντας τους στο τμήμα για να τους ενημερώσει σχετικά με τις εκκρεμότητές τους.
Η φερόμενη «ταρίφα» έφτανε τα 700 ευρώ Όπως αναφέρεται στα στοιχεία της υπόθεσης, ο αστυνομικός φέρεται να ζητούσε από τους οδηγούς χρηματικά ποσά που κυμαίνονταν από 250 έως και 700 ευρώ, ανάλογα με την παράβαση και το ύψος των διοικητικών κυρώσεων. Σύμφωνα με την έρευνα, μετά την καταβολή των χρημάτων επέστρεφε στους οδηγούς τα στοιχεία κυκλοφορίας που είχαν αφαιρεθεί, όπως την άδεια οδήγησης, τις πινακίδες και την άδεια κυκλοφορίας, ενώ παράλληλα φέρεται να απέκρυπτε την κλήση. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις Αρχές, η παράβαση δεν ακολουθούσε την προβλεπόμενη διαδικασία και δεν διαβιβαζόταν στις αρμόδιες υπηρεσίες για την επιβολή και είσπραξη του προστίμου. Οι φάκελοι με τη σφραγίδα της ΕΛ.ΑΣ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, φέρεται να πραγματοποιούνταν οι συναλλαγές.
Τα χρηματικά ποσά τοποθετούνταν σε φακέλους, στους οποίους φέρεται να υπέγραφαν τόσο ο πολίτης όσο και ο αστυνομικός, ενώ στη συνέχεια οι φάκελοι σφραγίζονταν με την επίσημη υπηρεσιακή σφραγίδα της Ελληνικής Αστυνομίας. Η συγκεκριμένη πρακτική, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, φέρεται να δημιουργούσε την εικόνα μιας τυπικής υπηρεσιακής διαδικασίας, ενώ στην πραγματικότητα τα χρήματα συνδέονταν με την παράνομη διευθέτηση των τροχονομικών υποθέσεων. Η καταγγελία που έβαλε την υπόθεση στο μικροσκόπιο Η αντίστροφη μέτρηση για την αποκάλυψη της υπόθεσης φέρεται να ξεκίνησε στις αρχές Αυγούστου, έπειτα από καταγγελία υπηκόου Πακιστάν. Οι «Αδιάφθοροι» άρχισαν να εξετάζουν τις πληροφορίες και να συγκεντρώνουν στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διαχείριση των κλήσεων και των αφαιρεθέντων στοιχείων κυκλοφορίας. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας φέρεται να είχε στη συνέχεια η περίπτωση οδηγού από τον οποίο ζητήθηκαν 700 ευρώ προκειμένου να επιστραφούν οι πινακίδες του.
Τα 350 ευρώ και η επέμβαση των «Αδιάφθορων» Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο οδηγός κατέβαλε αρχικά 350 ευρώ, θεωρώντας ότι επρόκειτο για νόμιμη διαδικασία ή σχετικό παράβολο. Όταν αντιλήφθηκε ότι το χρηματικό ποσό δεν αφορούσε νόμιμη υπηρεσιακή χρέωση, ενημέρωσε αξιωματικό άλλης υπηρεσίας και οι αρμόδιες Αρχές κινητοποιήθηκαν. Ακολούθησε επιχειρησιακή ενέργεια της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και, σύμφωνα με τις Αρχές, ο αστυνομικός συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να έχει στην κατοχή του τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτέλεσε κομβικό σημείο για την έρευνα και οδήγησε στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Τα χρήματα που βρέθηκαν και οι εκτιμήσεις για τα κέρδη Κατά την έρευνα στην κατοχή του συλληφθέντα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν τρεις φάκελοι με συνολικά 800 ευρώ.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών που περιλαμβάνονται στην υπόθεση, τα παράνομα έσοδα από τη φερόμενη δραστηριότητα μπορούσαν να ξεπερνούν τα 2.000 έως 3.000 ευρώ την εβδομάδα. Το ποσό αυτό, εφόσον επιβεβαιωθεί από την περαιτέρω δικαστική και ανακριτική έρευνα, δείχνει το οικονομικό μέγεθος της δραστηριότητας που εξετάζεται. Οι Αρχές αναζητούν πλέον στοιχεία για το σύνολο των περιπτώσεων στις οποίες ενδέχεται να υπήρξε παρέμβαση στη διαδικασία διαχείρισης τροχονομικών παραβάσεων. Συνεχίζεται η έρευνα για το εύρος της υπόθεσης Η υπόθεση δεν θεωρείται κλειστή, καθώς η έρευνα των αρμόδιων υπηρεσιών συνεχίζεται προκειμένου να εντοπιστούν όλες οι πιθανές περιπτώσεις στις οποίες ο συγκεκριμένος αστυνομικός φέρεται να παρενέβη στη νόμιμη διαδικασία. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι κλήσεις που είχαν περάσει από τη συγκεκριμένη υπηρεσία, οι χειρισμοί που έγιναν σε κάθε υπόθεση, καθώς και τυχόν άλλες συναλλαγές. Ο αστυνομικός αντιμετωπίζει τις κατηγορίες που του αποδίδονται και, όπως ισχύει σε κάθε ποινική διαδικασία, τεκμαίρεται αθώος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.