Η ανακοίνωση της ίδρυσης της νέας πολιτικής κίνησης του Αλέξη Τσίπρα με την ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» προκάλεσε άμεσες πολιτικές και επικοινωνιακές αντιδράσεις, όχι μόνο λόγω του πολιτικού εγχειρήματος καθαυτού, αλλά κυρίως εξαιτίας των αρχικών που το συνοδεύουν: ΕΛ.ΑΣ.
Η επιλογή αυτή πυροδότησε έντονη δημόσια συζήτηση, καθώς το συγκεκριμένο όνομα είναι βαθιά συνδεδεμένο τόσο με τον ιστορικό Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της περιόδου της Κατοχής και του Εμφυλίου, όσο και με τη σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένας πολιτικός και συμβολικός «σεισμός», που ξεπέρασε τα όρια της επικοινωνιακής στρατηγικής και άγγιξε ευαίσθητες ιστορικές μνήμες.
Η βαριά ιστορική κληρονομιά του ονόματος
Ο όρος ΕΛΑΣ δεν αποτελεί έναν ουδέτερο ιστορικό συμβολισμό. Για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, συνδέεται με την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης κατά τη γερμανική κατοχή, όταν ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αντιστασιακές οργανώσεις.
Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο όνομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με τη μετέπειτα εμφυλιακή σύγκρουση, η οποία σημάδεψε βαθιά τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο Εμφύλιος Πόλεμος παραμένει μέχρι και σήμερα μια από τις πιο τραυματικές περιόδους για τη χώρα, αφήνοντας πίσω του κοινωνικές και πολιτικές πληγές που χρειάστηκαν δεκαετίες για να επουλωθούν.
Για τον λόγο αυτό, η επαναφορά ενός τόσο φορτισμένου συμβολισμού στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής θεωρείται από πολλούς εξαιρετικά ριψοκίνδυνη.
Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης είναι ότι τα αρχικά ΕΛ.ΑΣ. παραπέμπουν ταυτόχρονα και στην Ελληνική Αστυνομία, γεγονός που προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη πολυσημία και πολιτική φόρτιση.
Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της νέας πολιτικής πρωτοβουλίας υποστηρίζουν ότι πρόκειται απλώς για τα φυσικά αρχικά της «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης» και ότι οποιαδήποτε άλλη ανάγνωση είναι υπερβολική ή πολιτικά υποκινούμενη.
Από την άλλη, οι επικριτές θεωρούν αδύνατο να αγνοηθεί το ιστορικό και θεσμικό βάρος που κουβαλά η συγκεκριμένη ονομασία, ειδικά σε μια χώρα όπου τα ιστορικά σύμβολα εξακολουθούν να έχουν ισχυρή πολιτική επίδραση.
Οι αντιδράσεις και ο φόβος αναβίωσης διχαστικών αφηγήσεων
Η συζήτηση που άνοιξε αφορά κάτι βαθύτερο από ένα απλό λογότυπο ή μια πολιτική «επωνυμία». Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται τη συλλογική μνήμη και το αν η πολιτική εργαλειοποίηση ιστορικών συμβόλων μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές πόλωσης.
Πολλοί αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι η επαναφορά τέτοιων συμβολισμών ενδέχεται να ξυπνήσει αντανακλαστικά εμφυλιοπολεμικής λογικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία αντιμετωπίζει ήδη έντονη πολιτική και κοινωνική πίεση.
Η Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών επιχείρησε σταδιακά να αφήσει πίσω της τον εμφυλιοπολεμικό διχασμό, επενδύοντας στην εθνική συμφιλίωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση ενός τόσο ιστορικά φορτισμένου ονόματος θεωρείται από ορισμένους ως βήμα προς τα πίσω.
Η στρατηγική Τσίπρα και το πολιτικό ρίσκο
Η επιλογή του Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά ουδέτερη. Ο πρώην πρωθυπουργός γνωρίζει πολύ καλά τη βαρύτητα των συμβόλων στον δημόσιο λόγο και τις αντιδράσεις που μπορούν να προκαλέσουν.
Ορισμένοι πολιτικοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η επιλογή αυτή επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με ένα κομμάτι της παραδοσιακής αριστερής βάσης, αξιοποιώντας ιστορικές αναφορές και αντιστασιακούς συμβολισμούς.
Άλλοι, ωστόσο, θεωρούν ότι πρόκειται για μια στρατηγική υψηλού ρίσκου, που μπορεί να λειτουργήσει τελικά αποτρεπτικά για πιο μετριοπαθείς ψηφοφόρους, οι οποίοι επιθυμούν πολιτική σταθερότητα και απομάκρυνση από διχαστικές αναφορές του παρελθόντος.
Η ιστορική μνήμη ως πολιτικό πεδίο σύγκρουσης
Η υπόθεση της ονομασίας ΕΛ.ΑΣ. αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η ιστορία στην Ελλάδα παραμένει ενεργό πολιτικό πεδίο. Τα ιστορικά σύμβολα, οι μνήμες και οι αναφορές στον Εμφύλιο εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις και να επηρεάζουν τον δημόσιο διάλογο.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την πρόθεση πίσω από την επιλογή του ονόματος, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτό προσλαμβάνεται από την κοινωνία. Στην πολιτική επικοινωνία, άλλωστε, η συμβολική δύναμη μιας λέξης ή ενός ακρωνυμίου μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη ακόμη και από το ίδιο το πολιτικό πρόγραμμα.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό
Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε δείχνει ότι η νέα πολιτική πρωτοβουλία ξεκινά ήδη μέσα σε κλίμα έντονης αντιπαράθεσης. Το βασικό ερώτημα είναι αν ένα νέο πολιτικό εγχείρημα μπορεί να οικοδομήσει ενωτικό λόγο όταν το όνομά του ενεργοποιεί τόσο ισχυρούς ιστορικούς συνειρμούς.
Σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής ρευστότητας και κοινωνικής κόπωσης, το αν η επιλογή του ονόματος θα λειτουργήσει ως πολιτικό πλεονέκτημα ή ως παράγοντας νέας πόλωσης, μένει να φανεί στην πράξη.