Σε νέα σκλήρυνση της εμπορικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών προχώρησε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλοντας αυστηρούς δασμούς σε δύο βασικούς τομείς των διεθνών συναλλαγών. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου την Τετάρτη 30 Ιουλίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που προβλέπει επιπλέον δασμό 40% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, αυξάνοντας το συνολικό δασμολογικό βάρος στο 50%. Η απόφαση αυτή αποδίδεται σε “πρόσφατες πολιτικές της κυβέρνησης της Βραζιλίας” με τις οποίες η Ουάσιγκτον «διαφωνεί κατηγορηματικά». Το ίδιο διάταγμα συνοδεύτηκε από άλλη προεδρική διακήρυξη, η οποία στοχεύει ειδικά τις εισαγωγές χαλκού. Ο Τραμπ επικαλείται λόγους εθνικής ασφάλειας για την απόφαση να επιβάλει δασμό 50% στα ημιτελή προϊόντα χαλκού και σε παράγωγα προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε χαλκό, με ισχύ από την 1η Αυγούστου. Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου υπογραμμίζει πως η αύξηση των δασμών εντάσσεται στο γενικότερο στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης για προστασία της εγχώριας βιομηχανίας και για περιορισμό της εξάρτησης από ξένες αγορές, ιδιαίτερα σε κρίσιμα υλικά όπως ο χαλκός. Η Βραζιλία, παρά το γεγονός ότι θεωρείται παραδοσιακός εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική, έχει πρόσφατα ακολουθήσει πολιτικές που χαρακτηρίστηκαν «ασύμβατες» με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι αποφάσεις αυτές ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις στο διεθνές εμπόριο, ειδικά ενόψει πιθανών αντίμετρων από τις θιγόμενες χώρες. Ήδη, οικονομικοί κύκλοι σε Βραζιλία και Ευρώπη εκφράζουν ανησυχία για αναζωπύρωση εμπορικών εντάσεων. Η επιλογή του χαλκού ως στόχου για υψηλό δασμό θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική, καθώς αποτελεί κρίσιμο μέταλλο για την τεχνολογία, την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες. Η επιβολή του δασμού πιθανόν να οδηγήσει σε αύξηση τιμών στην παγκόσμια αγορά και να επηρεάσει την εφοδιαστική αλυσίδα σε κλάδους όπως οι κατασκευές, τα ηλεκτρικά δίκτυα και η αυτοκινητοβιομηχανία. Αξίζει να σημειωθεί πως η απόφαση του Τραμπ για δασμούς έρχεται σε μια περίοδο έντονης προεκλογικής δραστηριότητας ενόψει των εκλογών του 2026, γεγονός που υπογραμμίζει την προσπάθεια του πρώην προέδρου να προβάλει ένα προφίλ δυναμικής προστασίας των εθνικών συμφερόντων. Η αμερικανική διοίκηση δεν έχει δώσει ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα για το πώς θα εξελιχθεί το καθεστώς των νέων δασμών ούτε έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να επεκταθούν και σε άλλες χώρες ή κατηγορίες προϊόντων. Ο Λευκός Οίκος πάντως διαμηνύει ότι η στρατηγική αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επαναφοράς της οικονομικής ισορροπίας, ενισχύοντας τις ΗΠΑ απέναντι σε “αθέμιτες εμπορικές πρακτικές”.