Το Συμβούλιο της Επικρατείας βάζει οριστικό τέλος στη δυνατότητα της ΑΑΔΕ να διενεργεί φορολογικούς ελέγχους σε τραπεζικές καταθέσεις που έχουν πραγματοποιηθεί πέραν της πενταετίας, κρίνοντας ότι το δικαίωμα φορολόγησης έχει παραγραφεί.

Σύμφωνα με τη νέα νομολογιακή προσέγγιση, κρίσιμος χρόνος για τη φορολόγηση προσαύξησης περιουσίας είναι η στιγμή που τα ποσά εισέρχονται στην περιουσία του φορολογουμένου και όχι ο χρόνος μεταγενέστερης χρήσης ή μεταφοράς τους. Αυτό σημαίνει ότι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών παλαιότερες της πενταετίας δεν μπορούν πλέον να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου από τη φορολογική διοίκηση.

Η απόφαση αφορά υποθέσεις όπως αυτή που εξετάστηκε από το ΣτΕ (157/2026), όπου φορολογούμενη είχε καταλογιστεί με προσαύξηση περιουσίας λόγω εμβασμάτων εξωτερικού. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι καθοριστικός είναι ο χρόνος εισαγωγής των χρημάτων και όχι η μετέπειτα κίνησή τους, ανατρέποντας προηγούμενες κρίσεις διοικητικών δικαστηρίων.

Παράλληλα, το ΣτΕ επαναβεβαιώνει ότι οι φορολογικοί έλεγχοι περιορίζονται αυστηρά στην τελευταία πενταετία, καθώς μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού ορίου επέρχεται παραγραφή. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για χρήσεις πριν από το 2019 δεν μπορεί πλέον να επιβληθεί έλεγχος ή πρόστιμα από την ΑΑΔΕ.

Η απόφαση έχει σημαντικές πρακτικές συνέπειες, καθώς περιορίζει το εύρος των φορολογικών ελέγχων σε τραπεζικές κινήσεις και ενισχύει τη νομική ασφάλεια των φορολογουμένων, ξεκαθαρίζοντας τα όρια της φορολογικής εξουσίας του κράτους.

Με τη νέα αυτή νομολογιακή γραμμή, η εφορία επικεντρώνεται αποκλειστικά σε πρόσφατες κινήσεις λογαριασμών, εντός του χρονικού πλαισίου της παραγραφής, χωρίς δυνατότητα αναδρομικού ελέγχου παλαιότερων ετών.

Από Newsroom