Με καταγγελίες για τις παρεμβάσεις στον τόπο της σύγκρουσης και επίμονα ερωτήματα για τη διερεύνηση της πυρόσφαιρας καταθέτει στη δίκη για τα Τέμπη η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα της Μάρθης Ψαροπούλου. Η κατάθεσή της επαναφέρει στο προσκήνιο τις συνθήκες υπό τις οποίες συλλέχθηκαν και διαφυλάχθηκαν τα στοιχεία, αλλά και το αίτημα των συγγενών για πλήρη αποσαφήνιση των αιτιών θανάτου των θυμάτων.
Η κ. Καρυστιανού ξεκίνησε από τις εργασίες στον χώρο του δυστυχήματος, οι οποίες έγιναν γνωστές ως «μπάζωμα» και «ξεμπάζωμα», αμφισβητώντας ευθέως τον τρόπο και τον χρόνο πραγματοποίησής τους.
«Είναι αδιανόητη διαδικασία. Κάπνιζαν βαγόνια και οι εκσκαφείς αλλοίωναν τον χώρο», ανέφερε, θέτοντας το ζήτημα της προστασίας του τόπου της τραγωδίας και των ευρημάτων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαλεύκανσή της.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε σε συνομιλία που, όπως κατέθεσε, είχε με τον τότε περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κώστα Αγοραστό, με αφορμή το μνημόσυνο των 40 ημερών. Σύμφωνα με την ίδια, όταν τον ρώτησε γιατί έγιναν οι παρεμβάσεις, εκείνος απάντησε ότι «εκτελούσα εντολές».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην πυρόσφαιρα και στη φωτιά που ακολούθησε τη σύγκρουση, εκφράζοντας την αντίθεσή της στην εξήγηση που συνδέει το φαινόμενο με τα έλαια σιλικόνης.
«Περιμένω από το δικαστήριο να κάνει την πρέπουσα έρευνα για το θέμα της πυρόσφαιρας. Να δώσει απαντήσεις σε μας που δεν τρώμε το κουτόχορτο των ελαίων σιλικόνης», κατέθεσε. Η τοποθέτησή της αποτυπώνει την αμφισβήτηση της ίδιας απέναντι στη συγκεκριμένη εκδοχή· η αξιολόγηση των τεχνικών στοιχείων παραμένει αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας.
Παράλληλα, άσκησε σφοδρή κριτική στον εφέτη ανακριτή για την ολοκλήρωση της ανάκρισης, υποστηρίζοντας ότι αυτή έκλεισε χωρίς να έχουν δοθεί κρίσιμες απαντήσεις. Προχώρησε μάλιστα στην καταγγελία ότι «εκτελούσε εντολές Μητσοτάκη», αποδίδοντας πολιτική σκοπιμότητα στους χειρισμούς του.
Τα ερωτήματα για την ταυτοποίηση και τις εκταφές
Σε ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή της κατάθεσής της, η Μαρία Καρυστιανού περιέγραψε την απόφασή της να ανοίξει το φέρετρο της κόρης της, παρά την αντίθετη υπόδειξη που, όπως είπε, είχε λάβει από το γραφείο τελετών.
Ανέφερε ότι εντόπισε οστό το οποίο, όταν αργότερα μελέτησε τα ιατροδικαστικά στοιχεία, διαπίστωσε πως δεν περιγραφόταν σε αυτά. Συνέδεσε τη διαπίστωση αυτή με τις αμφιβολίες της για την ταυτοποίηση των λειψάνων που της παραδόθηκαν και με το αίτημά της για έλεγχο DNA. Επανέφερε επίσης το ζήτημα των εκταφών, υποστηρίζοντας ότι δεν της επετράπη να προχωρήσει στον έλεγχο που ζητούσε.
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ από την αίθουσα, αναφέρθηκε ακόμη σε ενδείξεις για χημικά εγκαύματα που, κατά την ίδια, δεν ελέγχθηκαν, καθώς και σε ελλείψεις ηχητικού και οπτικού υλικού. Οι αναφορές αυτές αποτελούν πρόσθετα σημεία της κατάθεσής της προς αξιολόγηση και δεν συνιστούν αυτοτελώς απόδειξη για την προέλευση της φωτιάς.
Τα κρίσιμα ζητήματα για τη συνέχεια
Από την κατάθεση αναδεικνύονται τρία πεδία που ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο της περαιτέρω εξέτασης: η διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων στον χώρο της σύγκρουσης, η επιστημονική τεκμηρίωση των αιτιών της πυρόσφαιρας και η πληρότητα των ελέγχων ταυτοποίησης και των ιατροδικαστικών ευρημάτων.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο κατά πόσο οι αναφορές της μάρτυρος θα συνοδευτούν από συγκεκριμένα αιτήματα για πρόσθετες διευκρινίσεις, εξέταση στοιχείων ή περαιτέρω ελέγχους. Τυχόν νέες πραγματογνωμοσύνες ή αποφάσεις για εκταφές δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες.