Μια διαφορετική λογική στη στήριξη της νέας γενιάς επιχειρεί να βάλει στο τραπέζι η κυβέρνηση με τον λεγόμενο «Κουμπαρά της Νέας Γενιάς», μια ιδέα που συνδέεται με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη και μεταφέρει το βάρος από την άμεση κατανάλωση στη δημιουργία κεφαλαίου για το μέλλον. Η βασική φιλοσοφία είναι απλή: το κράτος να μη λειτουργεί μόνο ως πάροχος επιδομάτων, αλλά και ως συνεπενδυτής της οικογένειας, ενθαρρύνοντας τους γονείς να δημιουργούν από νωρίς ένα οικονομικό απόθεμα για το παιδί. Με βάση τον σχεδιασμό που έχει παρουσιαστεί, οι γονείς θα μπορούν να αποταμιεύουν έως 1.200 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή έως 100 ευρώ τον μήνα, και το Δημόσιο να προσθέτει αντίστοιχο ποσό. Η λογική της αντιστοίχισης είναι αυτή που δίνει στο μέτρο διαφορετικό χαρακτήρα από ένα κλασικό επίδομα: η κρατική ενίσχυση συνδέεται με την ίδια την αποταμίευση της οικογένειας. Έτσι, η πολιτεία επιδιώκει να δημιουργήσει ένα κεφάλαιο που θα ακολουθεί το παιδί μέχρι την ενηλικίωσή του και θα μπορεί, σύμφωνα με τους τελικούς κανόνες του προγράμματος, να αποτελέσει οικονομική βάση για την επόμενη ημέρα.

Το μεγάλο ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να δοθούν περισσότερα χρήματα στις οικογένειες, αλλά να δημιουργηθεί μια κουλτούρα αποταμίευσης από την παιδική ηλικία. Σε μια οικονομία όπου πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να δημιουργήσουν μακροχρόνιο αποταμιευτικό απόθεμα, η ιδέα ενός λογαριασμού που «χτίζεται» σταδιακά μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Το παιδί δεν θα φτάνει στα 18 χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, αλλά θα έχει ένα αρχικό κεφάλαιο, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για σπουδές, επαγγελματική δραστηριότητα, κατοικία ή άλλη σημαντική ανάγκη της ενήλικης ζωής του, ανάλογα πάντα με το τελικό θεσμικό πλαίσιο.

Το μοντέλο έχει ακόμη μία σημαντική διάσταση: δίνει κίνητρο στους γονείς να συμμετέχουν ενεργά. Αντί το κράτος να καταβάλλει απλώς ένα ποσό ανεξάρτητα από την οικονομική συμπεριφορά του νοικοκυριού, δημιουργείται μια σχέση «βάζω εγώ – βάζει και το κράτος». Για μια οικογένεια που καταφέρνει να αποταμιεύει σταθερά κάθε μήνα, η κρατική συμμετοχή λειτουργεί ως επιπλέον κίνητρο. Και όσο περισσότερα χρόνια παραμένουν τα χρήματα στον λογαριασμό, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η απόδοση του κεφαλαίου, εφόσον φυσικά το μοντέλο προβλέπει επένδυση και όχι απλή διακράτηση μετρητών. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ιδέα δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Αρκετές χώρες έχουν πειραματιστεί με κρατικά προγράμματα που συνδέουν την παιδική ηλικία με τη δημιουργία περιουσίας ή αποταμιευτικού κεφαλαίου, όμως τα μοντέλα διαφέρουν σημαντικά ως προς το ποσό, την ηλικία, τον τρόπο επένδυσης και το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί το κεφάλαιο. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, το νέο πρόγραμμα Frühstart-Rente κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση από την ελληνική πρόταση. Το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών έχει παρουσιάσει νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο το κράτος θα καταβάλλει 10 ευρώ τον μήνα για κάθε παιδί από την ηλικία των 6 έως τα 18 χρόνια, σε ατομικό, κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό. Οι γονείς θα μπορούν να πραγματοποιούν επιπλέον εισφορές, ενώ το κεφάλαιο προορίζεται να παραμείνει επενδεδυμένο για τη μελλοντική ιδιωτική συνταξιοδότηση.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η Γερμανία χρησιμοποιεί την παιδική ηλικία ως αφετηρία για τη συνταξιοδοτική αποταμίευση, ενώ η ελληνική ιδέα κοιτάζει περισσότερο προς τη δημιουργία ενός κεφαλαίου εκκίνησης στην ενηλικίωση. Ωστόσο, η κοινή βάση είναι ίδια: όσο νωρίτερα ξεκινά η αποταμίευση και όσο μεγαλύτερος είναι ο χρονικός ορίζοντας, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η επίδραση της συσσώρευσης και της απόδοσης των επενδύσεων. Μάλιστα, το γερμανικό μοντέλο έχει ένα χαρακτηριστικό που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Το κράτος προβλέπει ότι ακόμη και αν οι γονείς δεν ανοίξουν οι ίδιοι ιδιωτικό λογαριασμό, τα παιδιά δεν θα πρέπει να μείνουν εκτός του μηχανισμού. Σε αυτή την περίπτωση, τα ποσά μπορούν να επενδύονται συλλογικά μέσω της Deutsche Bundesbank. Η λογική είναι ότι η κρατική ενίσχυση πρέπει να φτάνει σε όλα τα παιδιά και να μη μετατρέπεται σε προνόμιο μόνο των οικογενειών που γνωρίζουν καλύτερα τα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Ακόμη πιο κοντά στη λογική της κρατικής συγχρηματοδότησης βρίσκεται η Ουγγαρία. Εκεί λειτουργεί το Start Account σε συνδυασμό με το Babakötvény, ένα ειδικό κρατικό επενδυτικό προϊόν για παιδιά. Κάθε παιδί δικαιούται αρχικό ποσό 42.500 φιορίνια ως ενίσχυση έναρξης, ενώ στις καταθέσεις των φυσικών προσώπων το κράτος προσθέτει 10%, μέχρι ανώτατο ποσό 12.000 φιορίνια ετησίως. Για ορισμένες κατηγορίες παιδιών προβλέπονται υψηλότερες ενισχύσεις. Το ουγγρικό μοντέλο έχει και ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: οι καταθέσεις επενδύονται αυτόματα σε κρατικό τίτλο Babakötvény, ενώ το προϊόν έχει μακροχρόνιο ορίζοντα. Το κεφάλαιο και οι αποδόσεις μπορούν να αξιοποιηθούν από το παιδί όταν ενηλικιωθεί. Η ίδια η ουγγρική κρατική υπηρεσία παρουσιάζει το σύστημα ως έναν τρόπο δημιουργίας οικονομικής βάσης για το ξεκίνημα της ενήλικης ζωής.

Μάλιστα, το ουγγρικό σύστημα δείχνει πόσο σημαντική μπορεί να γίνει η διάρκεια της αποταμίευσης. Η Start Account μπορεί να ανοίξει από τη γέννηση έως την ενηλικίωση, ενώ από το 2024 το ανώτατο ποσό που μπορούν να καταθέτουν φυσικά πρόσωπα ανέρχεται σε 1,2 εκατ. φιορίνια ετησίως. Το κράτος δεν χρειάζεται να καλύπτει ολόκληρη την αποταμίευση: αρκεί να προσφέρει ένα κίνητρο ώστε οικογένεια και συγγενείς να δημιουργούν σταδιακά κεφάλαιο.

Στη Σιγκαπούρη, το μοντέλο είναι ακόμη πιο ανεπτυγμένο και εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στήριξης της οικογένειας. Το Child Development Account, στο πλαίσιο του Baby Bonus, λειτουργεί ως ειδικός λογαριασμός στον οποίο το κράτος καταβάλλει αρχική ενίσχυση και στη συνέχεια αντιστοιχίζει δολάριο προς δολάριο τις αποταμιεύσεις των γονέων, μέχρι συγκεκριμένο όριο. Το σημαντικό στη Σιγκαπούρη είναι ότι τα χρήματα δεν είναι απλώς ένα ποσό που δίνεται στο παιδί χωρίς περιορισμούς. Το CDA έχει σχεδιαστεί ώστε τα κεφάλαια να χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένες ανάγκες, όπως προσχολική εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και άλλες εγκεκριμένες δαπάνες. Όταν ολοκληρώνεται η περίοδος του λογαριασμού, τα διαθέσιμα ποσά μπορούν να μεταφέρονται σε λογαριασμό που αφορά τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν μάλιστα πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει η κρατική συμμετοχή όταν ένα τέτοιο πρόγραμμα αποτελεί μέρος μιας συνολικής οικογενειακής πολιτικής. Για τα παιδιά που καλύπτονται από το υφιστάμενο Baby Bonus, υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα ενίσχυσης ανάλογα με τη σειρά γέννησης, ενώ το κράτος μπορεί να προσφέρει σημαντικά ποσά τόσο ως αρχική επιχορήγηση όσο και ως αντιστοίχιση των γονεϊκών αποταμιεύσεων.

Η Βρετανία, όμως, προσφέρει το πιο ενδιαφέρον μάθημα για την Ελλάδα, επειδή δείχνει όχι μόνο πώς μπορεί να ξεκινήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, αλλά και πώς μπορεί να σταματήσει. Το Child Trust Fund δημιουργήθηκε για παιδιά που γεννήθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 2002 έως τον Ιανουάριο του 2011. Ήταν μακροχρόνιο, φορολογικά ευνοημένο αποταμιευτικό προϊόν και τα χρήματα παρέμεναν δεσμευμένα μέχρι την ενηλικίωση.

Η βρετανική κυβέρνηση, όμως, περιόρισε και στη συνέχεια σταμάτησε τις κρατικές πληρωμές, ενώ από το 2011 δεν υπήρχε πλέον δικαίωμα για νέα παιδιά να ενταχθούν στο Child Trust Fund. Η επίσημη βρετανική τεκμηρίωση συνδέει την απόφαση με την προσπάθεια περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ένα πρόγραμμα που ξεκινά όταν ένα παιδί είναι σήμερα λίγων μηνών μπορεί να έχει δημοσιονομικό κόστος για την πολιτεία για 18 ή και περισσότερα χρόνια. Άρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα δοθούν τον πρώτο χρόνο. Είναι εάν το κράτος θα μπορεί και θα θέλει να συνεχίσει να χρηματοδοτεί το πρόγραμμα όταν θα έχουν αλλάξει κυβερνήσεις, οικονομικοί κύκλοι, επιτόκια και δημοσιονομικές συνθήκες. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα του ελληνικού σχεδίου. Η κυβέρνηση θα πρέπει να διασφαλίσει ότι ο «κουμπαράς» δεν θα αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη παροχή που μπορεί να τροποποιηθεί με μια υπουργική απόφαση. Εάν η φιλοσοφία είναι πραγματικά η δημιουργία μακροχρόνιου περιουσιακού κεφαλαίου για τη νέα γενιά, τότε χρειάζεται θεσμική συνέχεια, σαφείς κανόνες, διαφάνεια και προβλεψιμότητα.

Υπάρχει επίσης ένα κρίσιμο ζήτημα δικαιοσύνης. Εάν η κρατική συνεισφορά ενεργοποιείται μόνο όταν οι γονείς βάζουν χρήματα, υπάρχει ο κίνδυνος τα παιδιά των οικονομικά ασθενέστερων οικογενειών να συγκεντρώνουν πολύ μικρότερο κεφάλαιο από εκείνα των πιο εύπορων. Η διεθνής εμπειρία προσφέρει διαφορετικές λύσεις. Η Γερμανία επιχειρεί να εξασφαλίσει βασική κρατική συμμετοχή για όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το αν οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να κάνουν επιπλέον εισφορές. Η Σιγκαπούρη, αντίστοιχα, συνδυάζει αρχική κρατική ενίσχυση με matching των γονεϊκών καταθέσεων.

Επομένως, το ελληνικό πρόγραμμα θα πρέπει να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: τι γίνεται με το παιδί του οποίου η οικογένεια δεν μπορεί να αποταμιεύσει ούτε 50 ούτε 100 ευρώ τον μήνα; Αν ο στόχος είναι η μείωση των ανισοτήτων στη δημιουργία περιουσίας, το κράτος θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι η χαμηλή οικογενειακή δυνατότητα αποταμίευσης δεν θα οδηγεί αυτομάτως σε χαμηλότερο αρχικό κεφάλαιο.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η διαχείριση των χρημάτων. Εάν το κεφάλαιο παραμένει απλώς σε έναν λογαριασμό, η πραγματική του αξία μπορεί να μειώνεται από τον πληθωρισμό. Εάν επενδύεται, υπάρχει πιθανότητα μεγαλύτερης μακροπρόθεσμης απόδοσης, αλλά υπάρχει και επενδυτικός κίνδυνος. Η επιλογή ανάμεσα σε απλή αποταμίευση, κρατικούς τίτλους, αμοιβαία κεφάλαια ή ευρύτερα διαφοροποιημένα επενδυτικά προϊόντα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας του τρόπου με τον οποίο θα δημιουργηθεί το τελικό κεφάλαιο. Εδώ η διεθνής εμπειρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Η Ουγγαρία έχει επιλέξει ένα κρατικό επενδυτικό προϊόν, ενώ η Γερμανία σχεδιάζει κεφαλαιοποιητικό λογαριασμό που μπορεί να λειτουργεί μέσω ιδιωτικών παρόχων με συγκεκριμένους κανόνες κόστους. Η Σιγκαπούρη, από την άλλη, έχει δημιουργήσει έναν ειδικό λογαριασμό με σαφώς καθορισμένες επιτρεπόμενες χρήσεις.

Και υπάρχει φυσικά το ζήτημα του δημοσιονομικού κόστους. Όσο περισσότερα παιδιά εντάσσονται και όσο μεγαλώνει η κρατική συμμετοχή, τόσο αυξάνεται η ετήσια δαπάνη. Οι εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί για το ελληνικό σχέδιο κάνουν λόγο για δημοσιονομικό αποτύπωμα που μπορεί να φτάσει περίπου τα 500 εκατ. ευρώ τον χρόνο γύρω στο 2040. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική δοκιμασία δεν βρίσκεται στην ανακοίνωση του προγράμματος, αλλά στη δυνατότητα του κράτους να το χρηματοδοτεί επί δεκαετίες.

Η περίπτωση της Βρετανίας δείχνει ακριβώς τι μπορεί να συμβεί όταν η δημοσιονομική πίεση αλλάζει τις προτεραιότητες. Το Child Trust Fund είχε σημαντικό κόστος και οι κρατικές πληρωμές περιορίστηκαν και τελικά σταμάτησαν, ενώ η δυνατότητα νέας ένταξης έκλεισε. Για την Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές: όσο πιο μακροχρόνια είναι η υπόσχεση προς ένα παιδί, τόσο περισσότερο πρέπει να προστατεύεται θεσμικά από τις βραχυπρόθεσμες δημοσιονομικές πιέσεις. Υπάρχει, τέλος, και η πολιτική διάσταση. Ένας τέτοιος λογαριασμός μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα οικονομικό μέτρο. Μπορεί να γίνει ένα είδος «πρώτου περιουσιακού στοιχείου» της νέας γενιάς. Εάν λειτουργήσει σωστά, ένα παιδί θα ενηλικιώνεται έχοντας ένα κεφάλαιο που δημιουργήθηκε σταδιακά από την οικογένεια και το κράτος. Αυτό μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την εκπαίδευση, την εργασία, την επιχειρηματικότητα και την κατοικία. Αλλά ακριβώς επειδή η υπόσχεση είναι μεγάλη, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η θεσμική αξιοπιστία. Ο «κουμπαράς» δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος θα είναι υπουργός Οικονομικών σε πέντε ή δέκα χρόνια. Δεν μπορεί ένα παιδί που γεννιέται σήμερα να μεγαλώνει με την προσδοκία ενός συγκεκριμένου κεφαλαίου και στα 12 του να πληροφορείται ότι το πρόγραμμα άλλαξε επειδή άλλαξαν οι δημοσιονομικές συνθήκες.

Το ελληνικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα βάλει το κράτος. Είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει έναν μηχανισμό που θα παραμείνει αξιόπιστος για μία ολόκληρη γενιά.

Η διεθνής εμπειρία δίνει και τις δύο εικόνες. Η Γερμανία δείχνει πώς η πρώιμη επένδυση μπορεί να συνδεθεί με τη μελλοντική συνταξιοδοτική ασφάλεια. Η Ουγγαρία δείχνει πώς οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να συνδυαστούν με οικογενειακές καταθέσεις και κρατικούς τίτλους. Η Σιγκαπούρη δείχνει πώς το κράτος μπορεί να αντιστοιχίζει τις αποταμιεύσεις των γονέων και να κατευθύνει τα χρήματα σε εκπαίδευση και υγεία. Η Βρετανία, όμως, θυμίζει ότι ακόμη και ένα δημοφιλές και πολυετές πρόγραμμα μπορεί να αλλάξει όταν η δημοσιονομική πραγματικότητα γίνει δύσκολη. Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία του ελληνικού εγχειρήματος. Ο «κουμπαράς Πιερρακάκη» μπορεί να είναι ένα απλό αποταμιευτικό εργαλείο ή μπορεί να εξελιχθεί σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές δημιουργίας περιουσίας για τη νέα γενιά. Η διαφορά θα κριθεί από τις λεπτομέρειες: ποιοι δικαιούνται, πόσα βάζει το κράτος, πόσα μπορούν να βάζουν οι γονείς, πώς επενδύονται τα χρήματα, ποιος τα διαχειρίζεται, πότε και για ποιον σκοπό μπορούν να χρησιμοποιηθούν και —κυρίως— ποιος εγγυάται ότι η κρατική συμμετοχή θα συνεχιστεί.

Γιατί ένας λογαριασμός που ανοίγει για ένα παιδί σήμερα δεν είναι πολιτική ενός έτους. Είναι υπόσχεση 18 ετών. Και η πραγματική επιτυχία του μέτρου θα κριθεί όταν η σημερινή κυβέρνηση θα έχει φύγει, οι σημερινές οικονομικές συνθήκες θα έχουν αλλάξει και ο πρώτος μεγάλος λογαριασμός μιας ολόκληρης γενιάς θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από μια καλή πολιτική ιδέα.

Από Newsroom