Για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από πενήντα χρόνια, ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχουν δεσμευτικά, νομικά όρια στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια των δύο ισχυρότερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Η λήξη της συνθήκης New START στις 5 Φεβρουαρίου 2026 σηματοδοτεί ένα κρίσιμο ορόσημο για τη διεθνή ασφάλεια και αναζωπυρώνει τους φόβους για μια νέα, ανεξέλεγκτη κούρσα εξοπλισμών.
Η New START αποτέλεσε το τελευταίο θεσμικό «ανάχωμα» στον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Υπογεγραμμένη το 2010 στην Πράγα από τους τότε προέδρους Μπαράκ Ομπάμα και Ντμίτρι Μεντβέντεφ, προέβλεπε τη μείωση των αναπτυγμένων στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών σε 1.550 για κάθε πλευρά, καθώς και αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων και επαλήθευσης. Οι δύο χώρες κατέχουν περίπου το 85% των παγκόσμιων πυρηνικών αποθεμάτων, γεγονός που καθιστούσε τη συνθήκη κρίσιμη για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.
Ωστόσο, η συνθήκη δεν κάλυπτε τον αριθμό των λειτουργικά ανενεργών πυρηνικών κεφαλών, οι οποίες εκτιμάται ότι ανέρχονται σε χιλιάδες και μπορούν να επανενεργοποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Παρά το κενό αυτό, η New START θεωρούνταν βασικό εργαλείο διαφάνειας και οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η σταδιακή αποδόμηση της συμφωνίας ξεκίνησε με την επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας μετά την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία. Τον Αύγουστο του 2022, η Ρωσία ανέστειλε τη συμμετοχή της στις επιθεωρήσεις, ενώ τον Φεβρουάριο του 2023 ανακοίνωσε την αναστολή της συμμετοχής της στη συνθήκη, χωρίς όμως να αποσυρθεί πλήρως. Η Μόσχα είχε τότε δηλώσει ότι θα συνεχίσει να τηρεί τα αριθμητικά όρια. Στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η New START έληξε επίσημα, χωρίς να υπάρξει αντικατάστασή της.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, προειδοποίησε ότι η λήξη της συνθήκης έρχεται «στη χειρότερη δυνατή στιγμή», υπογραμμίζοντας ότι ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι σήμερα ο υψηλότερος των τελευταίων δεκαετιών. Η απουσία δεσμευτικών ορίων εντείνει την αβεβαιότητα και μειώνει τη δυνατότητα πρόβλεψης των προθέσεων των πυρηνικών δυνάμεων.
Παρά το δυσοίωνο κλίμα, δεν αποκλείεται να υπάρχουν παρασκηνιακές προσπάθειες αποτροπής μιας πλήρους ρήξης. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο περιθώριο ειρηνευτικών συνομιλιών για την Ουκρανία στο Άμπου Ντάμπι, ενδέχεται να πραγματοποιήθηκαν άτυπες και εμπιστευτικές επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, με στόχο μια προσωρινή δέσμευση για την τήρηση των ορίων της συνθήκης, έως ότου ξεκινήσουν πιο δομημένες διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την πολιτική βούληση των δύο ηγετών, Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η προοπτική νέας συμφωνίας παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την ενίσχυση της πυρηνικής αποτροπής, ιδίως υπό το φως της ραγδαίας επέκτασης του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας. Το γεγονός ότι το Πεκίνο δεν συμμετέχει σε καμία συμφωνία περιορισμού πυρηνικών όπλων αποτελεί βασικό επιχείρημα της Ουάσιγκτον κατά της ανανέωσης της New START.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο SIPRI της Στοκχόλμης, η Κίνα θα μπορούσε μέχρι το τέλος της δεκαετίας να φτάσει επίπεδα ανάπτυξης διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων συγκρίσιμα με εκείνα των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις: η Ινδία να ενισχύσει το πυρηνικό της πρόγραμμα για να εξισορροπήσει την Κίνα, και το Πακιστάν να πράξει το ίδιο απέναντι στην Ινδία.
Αυτό το ντόμινο θα οδηγούσε τον κόσμο σε μια νέα εποχή στρατηγικής αστάθειας, στην οποία η πυρηνική αποτροπή δεν θα λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός σταθερότητας, αλλά ως παράγοντας αυξημένου κινδύνου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η πρόσφατη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνει σαφείς, μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις για την πυρηνική προστασία των συμμάχων τους. Αυτό ενδέχεται να ωθήσει χώρες όπως η Νότια Κορέα να εξετάσουν την ανάπτυξη δικών τους πυρηνικών όπλων.
Η αποδυνάμωση του καθεστώτος ελέγχου των εξοπλισμών απειλεί να διαβρώσει και τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1970, η οποία βασίζεται στην εύθραυστη ισορροπία μεταξύ μη διάδοσης και σταδιακού αφοπλισμού των πυρηνικών δυνάμεων. Η συνθήκη αυτή πρόκειται να αναθεωρηθεί φέτος, σε ένα περιβάλλον έντονης δυσπιστίας.
Παράλληλα, νέοι κίνδυνοι αναδύονται από τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποιημένων συστημάτων στη στρατιωτική λήψη αποφάσεων. Όπως προειδοποιεί το SIPRI, η επιτάχυνση των διαδικασιών αντίδρασης σε κρίσεις αυξάνει τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης λόγω λάθους, παρερμηνείας ή τεχνικής αστοχίας.
Σε έναν κόσμο λιγότερο ρυθμισμένο και περισσότερο κατακερματισμένο, η πυρηνική αποτροπή επιστρέφει στο επίκεντρο – αλλά πιο εύθραυστη από ποτέ. Όπως σημειώνει ο ερευνητής Matt Korda, τα πυρηνικά όπλα δεν εγγυώνται την ασφάλεια αντίθετα, αυξάνουν το κόστος του λάθους και τον κίνδυνο καταστροφικών υπολογισμών, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα έντονης παραπληροφόρησης.
Η λήξη της New START δεν είναι απλώς ένα τεχνικό γεγονός. Είναι η αντανάκλαση μιας διαταραγμένης διεθνούς τάξης, όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης και πολιτικής διορατικότητας απειλεί να επαναφέρει το πυρηνικό φάσμα στο προσκήνιο. Και σε έναν τέτοιο κόσμο, το ερώτημα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αλλά αν η ανθρωπότητα θα μπορέσει να αποφύγει το μοιραίο λάθος.