Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για την υπόθεση της Pizza Fan, με τις Αρχές να εντοπίζουν τα λεγόμενα «μαύρα» βιβλία. Σύμφωνα με πληροφορίες, η επιχείρηση φέρεται να διατηρούσε διπλά βιβλία, ένα που φαινόταν στην ΑΑΔΕ και ένα κρυφό που αφορούσε στον πραγματικό τζίρο.

Η έρευνα αφορά πρακτικές μη απόδοσης ΦΠΑ που φέρονται να εφαρμόζονταν χρόνια πίσω, με το ποσό της φοροδιαφυγής να υπολογίζεται στα 25 εκατομμύρια ευρώ. Στην υπόθεση φέρονται να εμπλέκονται, μεταξύ άλλων, λογιστές, προγραμματιστής και διαχειριστές καταστημάτων. Η απάτη με την μη απόδοση ΦΠΑ γινόταν στις συναλλαγές με μετρητά.

Η πρακτική φέρεται να λειτουργούσε ως εξής: ο πελάτης έκανε την παραγγελία του, πλήρωνε κανονικά το αντίτιμο των προϊόντων με μετρητά, όμως στο σύστημα του καταστήματος μέρος της παραγγελίας καταχωριζόταν ως δωρεάν προσφορά. Έτσι, η αξία που εμφανιζόταν στα ηλεκτρονικά στοιχεία της επιχείρησης ήταν μικρότερη από το ποσό που είχε πραγματικά εισπραχθεί.

Η απάτη αυτή, φέρεται σύμφωνα με το OPEN να χρονολογείται ακόμα και από το 2016.

«Αυτό το ποσό μπορεί και να διπλασιαστεί αν τρέξουμε αρκετά χρόνια πίσω», σχολίασε μιλώντας στο OPEN η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Κωνσταντία Δημογλίδου λέγοντας πως αυτό σημαίνει πως το κέρδος της οργάνωσης μπορεί είναι πολύ μεγαλύτερο από τα 25 εκατ. ευρώ.

1+1 πίτσα δώρο

Αναλυτικότερα, η απάτη βασίστηκε στο κόλπο με δωρεάν πίτσες σε κάθε παραγγελία. Οι υπεύθυνοι των καταστημάτων «φακέλωναν» τους πελάτες που πλήρωναν με μετρητά χωρίς να περιμένουν απόδειξη. Μόλις ο πελάτης απομακρυνόταν, η παραγγελία που είχε πληρωθεί στο ακέραιο, «βαφτιζόταν» στο σύστημα ως «δωρεάν πίτσα». Έτσι, για την εφορία η πίτσα είχε μηδενική αξία, ο ΦΠΑ εξαφανιζόταν, και τα μετρητά κατέληγαν απευθείας στην τσέπη των μελών του κυκλώματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, περίπου μία στις τέσσερις πίτσες που εξοφλούνταν με μετρητά, φέρεται να καταχωριζόταν με αυτόν τον τρόπο. Το σύστημα επέτρεπε, κατά τις ίδιες πληροφορίες, να αποκρύπτεται έως και το 25% των συγκεκριμένων πωλήσεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες του documentonews.gr, το κόλπο βασιζόταν σε ένα ειδικό -παράνομο- λογισμικό που είχε εγκατασταθεί στα συστήματα της εταιρείας. Συγκεκριμένα, τα υποκαταστήματα ενημέρωναν τα κεντρικά συλλέγοντας διαρκώς δεδομένα για το προφίλ των καταναλωτών, εντοπίζοντας και καταγράφοντας στοχευμένα ποιες διευθύνσεις και ποιοι πελάτες δεν ζητούν συνήθως αποδείξεις κατά την παράδοση.

Αξιοποιώντας αυτή τη βάση δεδομένων, το λογισμικό παρενέβαινε κατά την τιμολόγηση και «μετέφραζε» συστημικά τις παραγγελίες των συγκεκριμένων πελατών ως εταιρικά «κεράσματα». Με τη μέθοδο των εικονικών κερασμάτων, τα προϊόντα παραδίδονταν κανονικά, τα χρήματα έμπαιναν στα ταμεία της οργάνωσης, αλλά ταμειακές αποδείξεις δεν κόβονταν ποτέ, επιτρέποντας στην αλυσίδα να κρύβει τα πραγματικά της έσοδα και να αποφεύγει συστηματικά την καταβολή του ΦΠΑ.