Σαν σήμερα, 5 Μαΐου 2010 είναι η μαύρη επέτειος από τη τραγωδία της Marfin. Πριν δέκα χρόνια τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό βρίσκουν τραγικό θάνατο από τις μολότοφ αναρχικών. Δέκα χρόνια και οι δολοφόνοι ακόμα κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς να έχουν λογοδοτήσει στη δικαιοσύνη και χωρίς να έχει έρθει η δικαίωση των αδικοχαμένων νεκρών.
Όλα ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της μαζικότερης συγκέντρωσης κατά του μνημονίου. Το υποκατάστημα της Marfin, στην οδό Σταδίου, πυρπολείται μια ομάδα 12 αναρχικών η οποία -με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά- κατευθύνεται στο υποκατάστημα της τράπεζας.
Τρεις από αυτούς σπάνε τις τζαμαρίες και πετούν μέσα στο υποκατάστημα βόμβες μολότοφ. Το κτίριο τυλιγεται γρήγορα στις φλόγες.
Τρεις άνθρωποι, υπάλληλοι της τράπεζας κάηκαν ζωντανοί όταν ομάδα 23 κουκουλοφόρων (σύμφωνα με το βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη οι δύο βασικοί κατηγορηθέντες) έβαλαν φωτιά με μολότοφ: Ήταν η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών), η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών, έγκυος στο πρώτο της παιδί) και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης (36 ετών). Οι επιθέσεις με τις μολότοφ εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο βιβλιοπωλείο Ιανός και την τράπεζα.
Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση που έδωσε ο υπάλληλος της Marfin Δημήτρης Παπατζής. Ο μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο: «Μας είχαν στο στόχαστρο, φωνάζανε… Είδα ότι έχει σπάσει το τζάμι του ισογείου και ότι κάποια άτομα έριχναν εύφλεκτο υλικό. Πήρα πυροσβεστήρα αλλά δεν τα κατάφερα. Έτσι ανεβήκαμε πάνω στον δεύτερο όροφο. Η φωτιά άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει…. Ήμουν εγκλωβισμένος στο μπαλκόνι δεν ήξερα αν πρέπει να πηδήξω ή να καώ…. Πετούσαν πέτρες. Τα άτομα αυτά παρείσφρησαν στην πορεία… Τους βλέπαμε να σπάνε τον «Ιανό». Δεν ήταν οι διαδηλωτές που ήρθαν να διαδηλώσουν για το Μνημόνιο. Είχαν μπει μέσα στη πορεία. Είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους. Γύρω στις 14:00 ακούσαμε το σπάσιμο της τζαμαρίας. Εν τέλει πήδηξα από το μπαλκονι….Όσο ήμουν στο μπαλκόνι δεν είδα κίνηση αλληλεγγύης προς εμάς… Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που φώναζε: ” Μέσα καίγονται ρε παιδιά”»…
H Παναγιώτα Βασιλάκου, επίσης υπάλληλος της τράπεζας, κατέθεσε ότι είδε κάποιον που «φορούσε χακί και κρατούσε κάτι σαν μπουκάλα καταδύσεων που μπροστά είχε πράσινο λάστιχο ποτίσματος». Η υπάλληλος ανέφερε ότι είχε «την αίσθηση πως ο άνθρωπος αυτός “πετούσε κάτι στη φωτιά που φούντωνε….”».
Όπως είπε: «Ηταν γεροδεμένος με έντονη τριχοφυία στα χέρια» ενώ το «πλήθος ήταν άγριο, πετούσε πέτρες, παρ’ όλο που φωνάζαμε ότι καιγόμαστε». Σύμφωνα με τη μάρτυρα «η φωτιά πρέπει να μπήκε γύρω στις 13:55…».