Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, απεβίωσε σαν σήμερα στις 29 Μαΐου 2017, σε ηλικία 98 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτική κληρονομιά και μια ζωή γεμάτη αγώνες, αντιθέσεις και καθοριστικές στιγμές για την Ελλάδα. Η κηδεία του έγινε με τιμές εν ενέργεια πρωθυπουργού, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Ήταν μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής, έζησε μια πολυκύμαντη ζωή που συνδέθηκε άρρηκτα με τις ιστορικές εξελίξεις της Ελλάδας από τα προπολεμικά χρόνια έως και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η πορεία του, από τη γέννηση στην Κρήτη μέχρι τον θάνατό του, χαρακτηρίστηκε από αφοσίωση στην πολιτική, διαρκείς αγώνες και μια ανεξίτηλη παρακαταθήκη.
Γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1918 στα Χανιά της Κρήτης, σε μια οικογένεια με βαθιές ρίζες στην πολιτική ζωή του τόπου. Ήταν ανιψιός του εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, γεγονός που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την αρχική του πολιτική πορεία. Σπούδασε Νομική και Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Η ενεργός συμμετοχή του στα κοινά ξεκίνησε νωρίς. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, μια περίοδο που διαμόρφωσε πολλές από τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις. Το 1946, στην πρώτη μεταπολεμική αναμέτρηση, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων, σε ηλικία μόλις 28 ετών. Αυτή ήταν η απαρχή μιας κοινοβουλευτικής διαδρομής που διήρκεσε για πάνω από έξι δεκαετίες.
Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο Μητσοτάκης αναδείχθηκε σε ένα από τα κορυφαία στελέχη του Κέντρου, αποτελώντας βασικό συνεργάτη του Γεωργίου Παπανδρέου στην Ένωση Κέντρου. Κατείχε σημαντικά υπουργικά χαρτοφυλάκια, όπως αυτά του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Συντονισμού.
Ωστόσο, η πορεία του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την πολιτική “Αποστασία” του 1965. Η αποχώρησή του από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, μαζί με άλλους βουλευτές, οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου και πυροδότησε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, η οποία κορυφώθηκε με τη δικτατορία των Συνταγματαρχών το 1967. Η στάση του αυτή τον στιγμάτισε για πολλά χρόνια και αποτέλεσε αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων και ιστορικής συζήτησης. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, φυλακίστηκε και αργότερα διέφυγε στο εξωτερικό.
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επανήλθε στην πολιτική ζωή, εντασσόμενος αρχικά στη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στην προετοιμασία της Ελλάδας για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ως Υπουργός Συντονισμού.
Το 1984, μετά την εκλογική ήττα της Νέας Δημοκρατίας, εξελέγη Πρόεδρος του κόμματος. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντιμετώπισε την παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, αναπτύσσοντας έναν σκληρό, αλλά ουσιαστικό πολιτικό διάλογο. Το 1989, ήρθε στο προσκήνιο το “Σκάνδαλο Κοσκωτά”, γεγονός που οδήγησε σε έντονη πολιτική κρίση και τη συγκρότηση διαδοχικών οικουμενικών και μεταβατικών κυβερνήσεων.
Τον Απρίλιο του 1990, μετά από δύο άγονες εκλογικές αναμετρήσεις, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση αυτοδυναμίας (με 150 έδρες + 1 από την ΔΗ.ΑΝΑ.) και ανέλαβε την Πρωθυπουργία της Ελλάδας. Η κυβέρνησή του εφάρμοσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσης, ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων, αντιμετωπίζοντας παράλληλα σοβαρές εθνικές προκλήσεις, όπως το Σκοπιανό ζήτημα. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και πολιτική πόλωση. Η κυβέρνησή του έπεσε τον Οκτώβριο του 1993, έπειτα από την αποχώρηση βουλευτών της ΝΔ.
Μετά την ήττα του 1993, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παρέμεινε ενεργός στην πολιτική ζωή ως βουλευτής και επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι δεν κατείχε πλέον την ηγεσία του κόμματος, συνέχισε να διαδραματίζει ρόλο “πατριάρχη” της παράταξης, εκφράζοντας συχνά τις απόψεις του για τα κρίσιμα εθνικά και πολιτικά ζητήματα. Η “προφητική” του ικανότητα, όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς, επιβεβαιώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά την οικονομική πορεία της χώρας.
Στα τελευταία του χρόνια, παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις, με την οικογένειά του να παραμένει βαθιά ριζωμένη στην πολιτική. Ο γιος του, Κυριάκος Μητσοτάκης, ακολούθησε τα βήματά του και αναδείχθηκε σε ηγέτη της Νέας Δημοκρατίας, και αργότερα Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Ο Μητσοτάκης αναγνωρίζεται ευρέως ως ένας εξαιρετικός κοινοβουλευτικός ρήτορας. Η Ελένη Βλάχου, μεταξύ άλλων, τον είχε χαρακτηρίσει “έκτακτο ρήτορα κλειστού χώρου”, τονίζοντας την ικανότητά του να κυριαρχεί στη Βουλή με τη διαλεκτική του δεινότητα, την οξυδέρκειά του και το πείσμα του. Η κοινοβουλευτική του παρουσία ήταν μοναδική, ικανή να αιχμαλωτίζει το ακροατήριο και να αναλύει σύνθετα ζητήματα με σαφήνεια.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία των ομιλιών του ήταν η συχνά αποκαλούμενη “προφητική” τους διάσταση. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η ομιλία του στη Βουλή το 1994, όπου, όπως αναφέρεται, “προφήτευε” την ανάγκη της Ελλάδας να ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου – μια πρόβλεψη που επαληθεύτηκε αρκετά χρόνια αργότερα με την κρίση χρέους. Αυτό καταδεικνύει την ικανότητά του να βλέπει πέρα από την άμεση πολιτική συγκυρία και να προειδοποιεί για επερχόμενες προκλήσεις, ακόμη κι αν οι θέσεις του ήταν impopular τότε. Όπως σημείωσε και ο γιος του, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης “δεν λογάριαζε το πολιτικό κόστος. Έκανε αυτό το οποίο θεωρούσε ότι ήταν σωστό.”
Μέσα από τις ομιλίες του, αναδύονται σταθερά θέματα που διαμόρφωσαν την πολιτική του φιλοσοφία:
-
Οικονομική Σταθερότητα και Μεταρρυθμίσεις: Ο Μητσοτάκης ήταν ένθερμος υποστηρικτής της οικονομικής εξυγίανσης, των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων. Στις ομιλίες του συχνά τόνιζε την ανάγκη για περιορισμό του δημόσιου χρέους, την προσέλκυση επενδύσεων και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση της ΑΓΕΤ το 1994, όπου κλήθηκε να απαντήσει σε κατηγορίες, είναι ενδεικτική των προσπαθειών του για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων.
-
Ευρωπαϊκός Προσανατολισμός: Η προσήλωσή του στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν σταθερή. Ως Υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Καραμανλή, διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στην προετοιμασία της Ελλάδας για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Οι ομιλίες του συχνά υπογράμμιζαν τη σημασία της ευρωπαϊκής πορείας για την ανάπτυξη και τη σταθερότητα της χώρας.
-
Εξωτερική Πολιτική και Εθνικά Θέματα: Ο Μητσοτάκης είχε μια σαφή και τολμηρή προσέγγιση στα εθνικά θέματα, ιδίως στα ελληνοτουρκικά. Η συνάντηση με τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ στις αρχές του 1992, καθώς και οι θέσεις του για το Σκοπιανό, αποτελούν σημεία αναφοράς. Οι ομιλίες του για τα ζητήματα αυτά χαρακτηρίζονταν από ρεαλισμό και την αναζήτηση λύσεων που θα διασφάλιζαν τα εθνικά συμφέροντα.
-
Θεσμική Λειτουργία και Δημοκρατία: Ως πολιτικός που έζησε την ταραγμένη περίοδο της δικτατορίας, ο Μητσοτάκης επέδειξε προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς και τη λειτουργία του κοινοβουλίου. Η αδιαμφισβήτητη κοινοβουλευτική του παρουσία και η συχνή αναφορά του στις αξίες της δημοκρατίας αποτελούν βασικό στοιχείο του λόγου του.
Παρόλο που αναγνωριζόταν ως κορυφαίος ρήτορας εντός Βουλής, οι αναλύσεις επισημαίνουν ότι σε ανοιχτούς χώρους, οι ομιλίες του έχαναν ένα μέρος της δυναμικής τους, σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς της εποχής. Ωστόσο, η διαύγεια της σκέψης του, η αναλυτική του ικανότητα και η αμεσότητα με την οποία εξέφραζε τις θέσεις του, αποτελούσαν αναμφίβολα τα ισχυρά του όπλα.
Συνοψίζοντας, οι ομιλίες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν ήταν απλά πολιτικές τοποθετήσεις, αλλά ένα παράθυρο στον τρόπο σκέψης ενός πολιτικού που, όπως αναγνωρίζεται, “έβλεπε μακριά”. Αποτελούν την παρακαταθήκη ενός ηγέτη που, ακόμη κι αν υπήρξε αμφιλεγόμενος σε πολλές στιγμές της πορείας του, προσπάθησε να υπηρετήσει τη χώρα με το βλέμμα στο μέλλον, μέσα από έναν λόγο που, συχνά, αποδείχθηκε προφητικός.
πηγή Ιδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή
ρεπορτάζ Δημήτρη Μπιζιώτα