Μετά τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα φωτοβολταϊκά και τον χάλυβα, η Κίνα στρέφεται δυναμικά και στην αγορά του κοτόπουλου, επιχειρώντας να ενισχύσει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές τροφίμων. Με όπλα τη μαζική παραγωγή και τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, οι κινεζικές επιχειρήσεις διεκδικούν μερίδια αγοράς από παραδοσιακούς παραγωγούς, όπως η Βραζιλία και η Ταϊλάνδη, ενώ εντείνονται οι πιέσεις στον ευρωπαϊκό κλάδο.

Σύμφωνα με το Reuters, η κινεζική εξαγωγική προσπάθεια στηρίζεται στην αυξημένη παραγωγική δυναμικότητα και στις επενδύσεις των επιχειρήσεων σε σύγχρονες εγκαταστάσεις και τεχνολογία. Την ίδια στιγμή, η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών στην Κίνα και η προτεραιότητα που δίνει το Πεκίνο στην επισιτιστική ασφάλεια έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας ζωικών πρωτεϊνών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Wintop Food, μια εταιρεία που ενισχύει τις εξαγωγές της και προσελκύει αγοραστές από πολλές χώρες. Ο γενικός διευθυντής της, Ντανγκ Γιανγκγιάνγκ, υποδέχεται πελάτες από την Γκάνα, το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Ρωσία και τη Σενεγάλη, οι οποίοι αναζητούν ανταγωνιστικές τιμές για προϊόντα κοτόπουλου.

Η εταιρεία επεξεργάζεται περίπου 60 εκατομμύρια κοτόπουλα ετησίως και εξάγει μια ευρεία γκάμα προϊόντων, από στήθος κοτόπουλου και nuggets μέχρι κεφτεδάκια και ζυμαρικά με γέμιση. Τα προϊόντα της διατίθενται σε περισσότερες από 20 χώρες, ενώ οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 50% των κερδών της το περασμένο έτος. Η ανάπτυξη αυτή έχει δώσει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της κατά περίπου 134 στρέμματα.

«Οι διεθνείς πελάτες παλαιότερα δεν εμπιστεύονταν την ποιότητα», δήλωσε ο 44χρονος Ντανγκ στο Reuters, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στις εγκαταστάσεις της εταιρείας τον Αύγουστο.

Όπως εξήγησε, το σημαντικό πλεονέκτημα της κινεζικής παραγωγής είναι το κόστος. «Όμως, όταν το κρέας είναι 1.000 δολάρια φθηνότερο ανά τόνο σε σχέση με τους ανταγωνιστές από τη Βραζιλία και την Ταϊλάνδη, πρέπει είτε να αγοράσουν από την Κίνα είτε να χάσουν την ευκαιρία», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η Wintop εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα κινεζικών επιχειρήσεων που επιδιώκουν να ενισχύσουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα στον τομέα των ζωικών πρωτεϊνών. Αξιοποιώντας την πλεονάζουσα παραγωγή και τις χαμηλές τιμές, οι εταιρείες επιχειρούν να κερδίσουν χώρο στα ράφια των σούπερ μάρκετ και να διευρύνουν την παρουσία τους σε αγορές όπου κυριαρχούσαν μέχρι σήμερα άλλοι προμηθευτές.

Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον ανταγωνισμό για τους παραγωγούς από την Ευρώπη, τη Βραζιλία και την Ταϊλάνδη, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα πραγματικότητα στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές. Η δυνατότητα της Κίνας να προσφέρει μεγάλες ποσότητες προϊόντων σε χαμηλότερες τιμές δημιουργεί πιέσεις στα περιθώρια κέρδους και ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τις εμπορικές ισορροπίες στον κλάδο.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζονται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, μέτρα απέναντι σε πρακτικές που ενδέχεται να συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή πτηνοτροφία, καθώς οι παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν εισαγόμενα προϊόντα με χαμηλότερο κόστος.

Η κινεζική επέκταση στον τομέα των τροφίμων δείχνει ότι η εξαγωγική στρατηγική του Πεκίνου δεν περιορίζεται πλέον σε βιομηχανικά προϊόντα και τεχνολογίες. Η μαζική παραγωγή, η αξιοποίηση των οικονομιών κλίμακας και η αναζήτηση νέων αγορών μετατρέπουν και τα τρόφιμα σε πεδίο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού.

Από Newsroom