Ο ελληνικός τουρισμός εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με σημαντικά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και προκλήσεις που απαιτούν διαφορετική στρατηγική για τα επόμενα χρόνια. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η αύξηση των αφίξεων, αλλά η δημιουργία μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών και η δίκαιη κατανομή των οφελών στις τοπικές κοινωνίες.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία παρουσιάστηκε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026, σε εκδήλωση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ).

Η μελέτη εξετάζει συνολικά την πορεία του ελληνικού τουρισμού, αναλύοντας τη συμβολή του στην οικονομία, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, το ανθρώπινο δυναμικό, τις υποδομές, το περιβάλλον και τη σχέση του τουρισμού με την κοινωνία. Παράλληλα, επιχειρεί να διαμορφώσει μια κοινή βάση δεδομένων για τον σχεδιασμό πολιτικών και την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αναμένεται να επηρεάσουν τον κλάδο.

Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τον επιστημονικό διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, Άρη Ίκκο, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ της χώρας ανήλθε το 2025 στο 13%, ενώ η συνολική συνεισφορά, άμεση και έμμεση, εκτιμάται περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις στον τομέα υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση ως προς την τουριστική ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ενώ συγκαταλέγεται στους τρεις πιο επιθυμητούς προορισμούς για Γερμανούς και Ιταλούς ταξιδιώτες και στους τέσσερις πρώτους για Γάλλους και Βρετανούς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφική διάσταση της τουριστικής δραστηριότητας. Το 75% της δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής, ενώ το 58% καταγράφεται στις νησιωτικές περιφέρειες. Παράλληλα, το Νότιο Αιγαίο παρουσίασε αύξηση πληθυσμού κατά 6,1% την περίοδο 2011-2021, σε αντίθεση με τη συνολική μείωση του πληθυσμού της χώρας κατά 3,1%.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη συμβολή του τουρισμού στην περιφερειακή ανάπτυξη και στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας σε περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.

Οι αδυναμίες και οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας

Παρά τη θετική πορεία του κλάδου, η μελέτη επισημαίνει σημαντικές ανισορροπίες. Πέντε περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των τουριστικών εισπράξεων, γεγονός που καταδεικνύει τη συγκέντρωση της δραστηριότητας τόσο γεωγραφικά όσο και χρονικά.

Στις βασικές προκλήσεις περιλαμβάνονται η φορολογική επιβάρυνση, το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές, η διαχείριση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων θεωρείται καθοριστική για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι προορισμοί καλούνται να προσφέρουν υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών και καλύτερη σχέση αξίας και κόστους.

Παραγωγικότητα, ανθρώπινο δυναμικό και κοινωνική αποδοχή

Τρία βασικά ζητήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης που ακολούθησε την παρουσίαση της μελέτης: η παραγωγικότητα του τουρισμού, οι επαγγελματικές προοπτικές των εργαζομένων και η κοινωνική αποδοχή της τουριστικής ανάπτυξης.

Στο πάνελ συμμετείχαν ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, η Chief People Officer της Costa Navarino, Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, και η διευθύντρια ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση.

Ο Ηλίας Κικίλιας υπογράμμισε ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης προϋποθέτει αύξηση της παραγωγικότητας, ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας, επενδύσεις στις δεξιότητες των εργαζομένων και καλύτερο σχεδιασμό της τουριστικής δραστηριότητας.

Όπως επισημάνθηκε, η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά και με βάση την αξία που δημιουργείται για την οικονομία, τους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες.

Από την πλευρά του, ο Τάσος Αναστασάτος αναφέρθηκε στη συμβολή του τουρισμού στην οικονομική ανάπτυξη, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων. Τόνισε, παράλληλα, ότι η μελλοντική στρατηγική πρέπει να εστιάσει στην αύξηση των εσόδων ανά επισκέπτη και στην ανάπτυξη υποδομών που θα υποστηρίζουν ένα μοντέλο υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η επένδυση στους εργαζομένους και τις δεξιότητες

Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και η ανάγκη αναβάθμισης των δεξιοτήτων αποτελούν επίσης σημαντικές προκλήσεις για τον κλάδο.

Η Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη επισήμανε ότι η αντιμετώπιση των ελλείψεων δεν περιορίζεται στην αναζήτηση εργαζομένων, αλλά απαιτεί τη δημιουργία σταθερών και αξιόπιστων εργασιακών σχέσεων, με ποιοτική ηγεσία, φροντίδα, συνεχή εκπαίδευση και ουσιαστικές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης.

Η μετάβαση από τις εποχικές θέσεις εργασίας σε μακροπρόθεσμες επαγγελματικές σταδιοδρομίες αναδεικνύεται σε στρατηγική προτεραιότητα για τη βιωσιμότητα των τουριστικών επιχειρήσεων και τη διατήρηση του υψηλού επιπέδου φιλοξενίας που χαρακτηρίζει την Ελλάδα.

Η κοινωνική αποδοχή ως προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης

Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τη σημασία της σχέσης του τουρισμού με τις τοπικές κοινωνίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 82,4% αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του τουρισμού, ενώ το 54% τον θεωρεί τον τομέα που έχει παρουσιάσει τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση.

Ωστόσο, καταγράφονται ανησυχίες για το κόστος ζωής, τη στέγαση, την επάρκεια των υποδομών και την προστασία του περιβάλλοντος. Τα ζητήματα αυτά είναι πολυπαραγοντικά και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό, απαιτούν όμως συντονισμένες πολιτικές και καλύτερη διαχείριση των προορισμών.

Η Φαίη Μακαντάση υπογράμμισε ότι η επιτυχία του τουρισμού πρέπει να αξιολογείται και με βάση την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Η πρόσβαση στο νερό, η αντοχή των υποδομών, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η διάχυση των οικονομικών ωφελειών στην τοπική αγορά αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτό, αναδείχθηκε η ανάγκη καλύτερου συντονισμού μεταξύ κράτους, δήμων και περιφερειών, καθώς και η ενίσχυση των Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών, ώστε τα οφέλη του τουρισμού να αποτυπώνονται με μετρήσιμο τρόπο στην καθημερινότητα των κατοίκων.

ΣΕΤΕ: Απαραίτητος ο τεκμηριωμένος σχεδιασμός

Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, τόνισε ότι ο ελληνικός τουρισμός αποτελεί πλέον βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, επισημαίνοντας ότι η επόμενη ημέρα απαιτεί μεγαλύτερη και σταθερότερη αξία για όλους.

Όπως ανέφερε, η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα και αναδεικνύει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που βρίσκονται μπροστά στον κλάδο. Ο ΣΕΤΕ σκοπεύει να αξιοποιήσει τα ευρήματά της στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους, με στόχο τη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων.

Η γενική διευθύντρια του ΣΕΤΕ, Μαρία Γάτσου, υπογράμμισε επίσης τη σημασία της κοινής βάσης γνώσης και των τεκμηριωμένων δεδομένων για τη χάραξη αποτελεσματικότερης πολιτικής και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Το στοίχημα για τον ελληνικό τουρισμό

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην αύξηση των αφίξεων. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η αναβάθμιση των υποδομών, η επένδυση στους ανθρώπους και η καλύτερη διαχείριση των προορισμών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ανάπτυξης.

Η πρόκληση είναι να διατηρήσει η Ελλάδα το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα, δημιουργώντας ταυτόχρονα μεγαλύτερη οικονομική αξία, καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές και ουσιαστικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.

Την εκδήλωση παρουσίασης της μελέτης συντόνισε η γενική διευθύντρια του ΣΕΤΕ, Μαρία Γάτσου.