Από την 1η Οκτωβρίου 2026 τίθεται σε υποχρεωτική εφαρμογή η ηλεκτρονική τιμολόγηση για χιλιάδες επιχειρήσεις που εντάσσονται στη δεύτερη και τελευταία περίοδο εφαρμογής του νέου συστήματος, με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων να υπενθυμίζει ήδη στους υπόχρεους τις νέες τους υποχρεώσεις. Η ΑΑΔΕ αποστέλλει ηλεκτρονικά μηνύματα στις επιχειρήσεις, επισημαίνοντας ότι η σχετική υποχρέωση προκύπτει από την Α.1128/2025 (Β΄ 4937) Κοινή Απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της ΑΑΔΕ, με την οποία καθορίστηκε η έναρξη εφαρμογής της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα. Στη δεύτερη αυτή φάση εντάσσονται οι επιχειρήσεις που έχουν δηλώσει ακαθάριστα έσοδα έως και 1.000.000 ευρώ, με βάση τη δήλωση για το φορολογικό έτος που άρχισε εντός του 2023. Η υποχρέωση αφορά τις συναλλαγές χονδρικής B2B που πραγματοποιούνται εντός Ελλάδας ή με τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τις συναλλαγές B2G με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ήδη υποχρέωση χρήσης ηλεκτρονικής τιμολόγησης βάσει ειδικότερων διατάξεων του ν. 4601/2019. Ήδη από τις 2 Μαρτίου 2026 έχουν ενταχθεί στο σύστημα οι επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ, ενώ από την ίδια ημερομηνία η αποδοχή ηλεκτρονικών τιμολογίων από τους λήπτες είναι υποχρεωτική.
Παρά την έναρξη της υποχρεωτικής εφαρμογής την 1η Οκτωβρίου, έχει προβλεφθεί μια περίοδος σταδιακής συμμόρφωσης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η οποία δίνει στις επιχειρήσεις ένα περιθώριο προσαρμογής στο νέο καθεστώς. Κατά το συγκεκριμένο διάστημα επιτρέπεται η παράλληλη χρήση των υφιστάμενων τρόπων έκδοσης και διαβίβασης τιμολογίων, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί η σχετική δήλωση στο myDATA και έχει δηλωθεί ως ημερομηνία έναρξης χρήσης των υπηρεσιών ηλεκτρονικής τιμολόγησης το αργότερο η 1η Οκτωβρίου 2026. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί εμπρόθεσμα έως τις 12 Οκτωβρίου 2026, γεγονός που αποτελεί και το τελευταίο περιθώριο για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Η ΑΑΔΕ, με τα ενημερωτικά μηνύματα που αποστέλλει, δεν περιορίζεται επομένως απλώς στην ενημέρωση των φορολογουμένων, αλλά προειδοποιεί ταυτόχρονα για τις συνέπειες της μη υποβολής ή της εκπρόθεσμης υποβολής της σχετικής πληροφοριακής δήλωσης.
Η έκδοση των ηλεκτρονικών τιμολογίων θα πραγματοποιείται αποκλειστικά με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι μέσω παρόχου ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων, με την επιχείρηση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εξειδικευμένου παρόχου. Ο δεύτερος τρόπος παρέχεται δωρεάν από την ίδια την ΑΑΔΕ, μέσω της εφαρμογής «timologio» και της εφαρμογής για κινητές συσκευές «myDATAapp». Μέσω των συγκεκριμένων εφαρμογών οι επιχειρήσεις μπορούν να εκδίδουν ψηφιακά τα παραστατικά τους και ταυτόχρονα να τα διαβιβάζουν στην πλατφόρμα myDATA. Με την ηλεκτρονική τιμολόγηση, η φορολογική διοίκηση αποκτά άμεση και ψηφιακή εικόνα των συναλλαγών, ενώ παράλληλα διευκολύνονται η ενημέρωση των ηλεκτρονικών βιβλίων και η προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων. Για τις επιχειρήσεις, το νέο σύστημα σημαίνει αλλαγή στον τρόπο έκδοσης και διαβίβασης των τιμολογίων, με στόχο τη μεγαλύτερη αυτοματοποίηση και τον περιορισμό των χειροκίνητων διαδικασιών.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, ωστόσο, στις κυρώσεις που προβλέπονται για όσους δεν συμμορφωθούν. Η μη υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή της σχετικής δήλωσης επιφέρει τις κυρώσεις του άρθρου 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Παράλληλα, η έκδοση τιμολογίου με τρόπο που δεν προβλέπεται από το νέο πλαίσιο θεωρείται μη έκδοση και επιφέρει τα πρόστιμα του άρθρου 57 του ν. 5104/2024. Για παραστατικά που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, το πρόστιμο για μη έκδοση ανέρχεται σε 50% του φόρου που θα προέκυπτε από το συγκεκριμένο παραστατικό, με ελάχιστο ποσό, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, τα 250 ευρώ για επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και τα 500 ευρώ για επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικό σύστημα. Για στοιχεία χωρίς ΦΠΑ, τα πρόστιμα διαμορφώνονται σε 500 ευρώ για απλογραφικά και 1.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία, ανά φορολογικό έλεγχο. Οι κυρώσεις γίνονται ακόμη αυστηρότερες σε περίπτωση υποτροπής: στη δεύτερη παράβαση το πρόστιμο μπορεί να φτάσει στο 100% του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, με ελάχιστα ποσά 500 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ σε κάθε νέα υποτροπή μπορεί να ανέλθει στο 200% του φόρου, με ελάχιστα ποσά 1.000 ευρώ για απλογραφικά και 2.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία. Προβλέπεται επίσης πρόσθετο πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για απλογραφικά και 1.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία, ενώ ειδικά για πρόσωπο που δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή στοιχεία σχετικά με τις υποχρεώσεις του προβλέπεται πρόστιμο 2.500 ευρώ.
Παρά το αυστηρό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, στην αγορά παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης της υποχρεωτικής εφαρμογής. Το αίτημα για μετάθεση της έναρξης αποτελεί βασική θέση της αγοράς, με το ενδεχόμενο η ημερομηνία να μεταφερθεί από την 1η Οκτωβρίου 2026 στην 1η Μαρτίου 2027 να παραμένει στο τραπέζι. Μέχρι να υπάρξει, όμως, επίσημη απόφαση για αλλαγή του χρονοδιαγράμματος, οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στη δεύτερη φάση θα πρέπει να προετοιμαστούν με βάση την ισχύουσα ημερομηνία της 1ης Οκτωβρίου και να ολοκληρώσουν εγκαίρως τις απαραίτητες διαδικασίες. Η ηλεκτρονική τιμολόγηση αποτελεί πλέον βασικό κομμάτι της ψηφιακής μετάβασης των φορολογικών συναλλαγών, ενώ η πλήρης εφαρμογή της αναμένεται να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις εκδίδουν, διαβιβάζουν και διαχειρίζονται τα τιμολόγιά τους.