Κάποτε οι πολιτικές μετακινήσεις συνοδεύονταν τουλάχιστον από μια προσπάθεια εξήγησης. Ένας βουλευτής που αποχωρούσε από το κόμμα του αισθανόταν υποχρεωμένος να επικαλεστεί ιδεολογικές διαφωνίες, πολιτικές αποκλίσεις ή ζητήματα συνείδησης. Σήμερα δεν χρειάζεται τίποτα από αυτά. Η μεταγραφή από κόμμα σε κόμμα γίνεται με την ευκολία αλλαγής καναλιού και αντιμετωπίζεται περίπου ως φυσικό επαγγελματικό βήμα.

Η πολιτική έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας αγοράς προσώπων. Δεν έχει σημασία ποιος υπηρέτησε τι, ποιος υποστήριξε ποιες θέσεις ή ποιος κατήγγειλε ποιον πριν από λίγους μήνες. Σημασία έχει η χρησιμότητα της στιγμής. Τα κόμματα δεν αναζητούν πλέον κοινωνική εκπροσώπηση αλλά αναγνωρισιμότητα. Δεν χτίζουν πολιτική βάση επενδύουν σε πρόσωπα που μπορούν να φέρουν λίγες ψήφους, λίγη δημοσιότητα, λίγη τηλεοπτική ένταση.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η ευκολία των μετακινήσεων. Είναι ότι κανείς σχεδόν δεν εκπλήσσεται. Η κοινή γνώμη έχει εξοικειωθεί τόσο πολύ με τον πολιτικό καιροσκοπισμό ώστε τον αντιμετωπίζει σαν αναμενόμενο φαινόμενο. Ένας βουλευτής μπορεί να καταγγέλλει ένα κόμμα τη μία εβδομάδα και την επόμενη να εμφανίζεται ως υπερασπιστής του, χωρίς να θεωρεί πως οφείλει οποιαδήποτε εξήγηση.

Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς ένδειξη πολιτικής παρακμής. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθύτερης μετάλλαξης. Τα κόμματα έχουν πάψει να λειτουργούν ως φορείς ιδεών και κοινωνικών συγκρούσεων. Μετατράπηκαν σε μηχανισμούς διαχείρισης εξουσίας. Η πολιτική δεν οργανώνεται γύρω από κοινωνικές ανάγκες αλλά γύρω από εκλογικούς συσχετισμούς, επικοινωνιακά πρόσωπα και προσωποκεντρικές ισορροπίες.

Κι έτσι εμφανίζεται συνεχώς η ίδια ψευδαίσθηση: ότι η λύση βρίσκεται στον επόμενο «ηγέτη». Ότι αρκεί ένα νέο πρόσωπο, ένας πιο επικοινωνιακός αρχηγός ή ένας καλύτερος διαχειριστής για να αλλάξει η πραγματικότητα. Στην ουσία όμως αλλάζουν μόνο οι πρωταγωνιστές, όχι το έργο. Οι ίδιες πολιτικές παρουσιάζονται με διαφορετικό περιτύλιγμα και η κοινωνία καλείται κάθε φορά να πιστέψει πως τώρα αρχίζει κάτι καινούργιο.

Η μεγάλη επιτυχία του σύγχρονου πολιτικού συστήματος είναι ότι κατάφερε να παρουσιάσει την απουσία ιδεολογίας ως ένδειξη ωριμότητας. Όποιος μιλά για κοινωνικές αντιθέσεις θεωρείται ξεπερασμένος. Όποιος επιμένει ότι υπάρχουν ταξικά συμφέροντα αντιμετωπίζεται σαν γραφικός. Κι όμως, σε μια εποχή τεράστιων οικονομικών ανισοτήτων, η δήθεν «μετα-ιδεολογική» πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο από μια βολική συγκάλυψη της πραγματικότητας.

Η προοδευτική παράταξη φέρει μεγάλη ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση. Αντί να παράξει σύγχρονο πολιτικό λόγο με κοινωνικό περιεχόμενο, εγκλωβίστηκε συχνά σε συμβολισμούς, επικοινωνιακές ταυτότητες και θεωρίες πολιτικής ευπρέπειας. Άφησε το πεδίο της πραγματικής σύγκρουσης και αναλώθηκε σε έναν διαρκή διαγωνισμό ηθικής ανωτερότητας, την ώρα που οι κοινωνικές ανισότητες βάθαιναν.

Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική σκηνή χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς σταθερές και χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Ένα πεδίο όπου οι «μεταγραφές» γίνονται χωρίς κόστος και οι πολίτες παρακολουθούν περισσότερο σαν θεατές παρά σαν συμμετέχοντες.

Κάποτε οι ποδοσφαιρικές μεταγραφές γίνονταν για μια καλύτερη ομάδα και ένα καλύτερο συμβόλαιο. Σήμερα οι πολιτικές μεταγραφές γίνονται για κάτι πολύ πιο φθηνό: λίγη δημοσιότητα, λίγη επιβίωση και μια θέση στο επόμενο ψηφοδέλτιο.

Χριστιάνα Θεοφάνους

Από Newsroom