Στιγμιότυπο από την τέταρτη ημέρα εργασιών του 8ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, Σάββατο 29 Απριλίου 2023. (ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ) // ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΧΡΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

Σε μια εποχή όπου οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπονται σταδιακά σε όπλα ισότιμα με τα συμβατικά μέσα, οι υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας καλούνται να αντιμετωπίσουν απειλές που πριν από λίγα χρόνια ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό ακριβώς είναι και το επιχείρημα που επικαλέστηκε η κυβέρνηση μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης με τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Πρωθυπουργού, Θάνο Ντόκο, ο οποίος φέρεται να εξαπατήθηκε από τους γνωστούς Ρώσους φαρσέρ Vovan και Lexus, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι.

Οι κυβερνητικές πηγές έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι επρόκειτο για μια «υβριδικού χαρακτήρα επίθεση» με χρήση προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης, ότι δεν υπήρξε διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών και ότι ήδη δρομολογείται αναβάθμιση των πρωτοκόλλων ασφαλείας των επικοινωνιών. Αυτά θα επικαλεστεί και ο ίδιος ο Σύμβουλος σε συνεντεύξεις που θα παραχωρήσει από το βράδυ και μετά.

Δεν απαντούν όμως στο βασικό ερώτημα. Πώς έφτασε μια επιχείρηση κοινωνικής μηχανικής μέχρι το γραφείο του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας; Το ερώτημα αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από την ίδια τη φάρσα.

Ο Θάνος Ντόκος δεν είναι ένας απλός κυβερνητικός αξιωματούχος. Κατέχει μία από τις πλέον ευαίσθητες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Πρωθυπουργού. Προηγήθηκε μια μακρά πορεία στον χώρο της στρατηγικής ανάλυσης και της εξωτερικής πολιτικής, με σημαντικότερο σταθμό τη θέση του Γενικού Διευθυντή του ΕΛΙΑΜΕΠ, ενός από τα πλέον γνωστά ελληνικά think tanks σε θέματα διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικής. Υπήρξε επί χρόνια αναλυτής θεμάτων ασφάλειας, συμμετείχε σε διεθνή συνέδρια και συμβουλευτικές ομάδες και θεωρήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη η κατάλληλη επιλογή για να θεμελιώσει έναν θεσμό που στην Ελλάδα μέχρι τότε λειτουργούσε αποσπασματικά.

Η επιλογή του βασίστηκε ακριβώς στην εικόνα του ψύχραιμου τεχνοκράτη. Του ανθρώπου που γνωρίζει πώς λειτουργούν οι υβριδικές απειλές, οι επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και οι τεχνικές εξαπάτησης κρατικών αξιωματούχων. Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη υπόθεση προκαλεί τόσο έντονο προβληματισμό.

Σύμφωνα με όσα δημοσιοποίησαν οι ίδιοι οι Ρώσοι φαρσέρ, παρουσιάστηκαν ως υψηλόβαθμοι Ουκρανοί αξιωματούχοι και συζήτησαν μαζί του ζητήματα που σχετίζονταν με το πρόσφατο περιστατικό στη Λευκάδα και τη χρήση θαλάσσιων drones. Οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι του μετέφεραν ένα υποθετικό σενάριο σύμφωνα με το οποίο ο Ουκρανός υπουργός Άμυνας ενεργούσε χωρίς την έγκριση του Προέδρου Ζελένσκι και ότι επίκεινται νέες επιχειρήσεις κατά ρωσικών στόχων κοντά στα ελληνικά χωρικά ύδατα.

Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί προέρχονται αποκλειστικά από τους δημιουργούς της φάρσας και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Ωστόσο, το γεγονός της επικοινωνίας επιβεβαιώθηκε από την κυβέρνηση, η οποία επέλεξε να εστιάσει στον υβριδικό χαρακτήρα της επίθεσης και να διαβεβαιώσει ότι δεν αποκαλύφθηκαν διαβαθμισμένες πληροφορίες.

Αυτό ασφαλώς είναι το κρίσιμο στοιχείο. Αρκεί όμως;

Στον χώρο της εθνικής ασφάλειας, η επιτυχία δεν μετριέται μόνο από το αν διέρρευσαν απόρρητα στοιχεία. Μετριέται πρωτίστως από το αν τα πρωτόκολλα απέτρεψαν εξαρχής την προσέγγιση. Γιατί ο ρόλος του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας δεν είναι να αντιδρά αφού διαπιστώσει ότι ο συνομιλητής του δεν είναι αυτός που ισχυρίζεται. Είναι να υπάρχουν μηχανισμοί που να καθιστούν σχεδόν αδύνατη μια τέτοια εξέλιξη. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η πολιτική διάσταση υπερβαίνει την προσωπική.

Διέρρευσαν πληροφορίες από τη φάρσα;

Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην εικόνα ενός σύγχρονου, τεχνοκρατικού και αποτελεσματικού επιτελικού κράτους. Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, η δημιουργία νέων δομών και η ενίσχυση των μηχανισμών κυβερνοασφάλειας παρουσιάστηκαν ως στοιχεία μιας νέας διοικητικής κουλτούρας. Όταν όμως ένας τόσο κρίσιμος θεσμός εκτίθεται με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαβεβαίωση ότι «δεν διέρρευσαν απόρρητες πληροφορίες».

Προφανώς, αν και ήταν φάρσα, τα πρωτόκολλα ασφαλείας δεν λειτούργησαν όπως έπρεπε. Αν υπήρχε διαδικασία επιβεβαίωσης της ταυτότητας του συνομιλητή. Αν υπήρξαν πολλαπλά επίπεδα ελέγχου. Και, κυρίως, αν από το περιστατικό θα εξαχθούν πραγματικά διδάγματα ή αν θα αντιμετωπιστεί ως ένα άτυχο επικοινωνιακό επεισόδιο.

Το περιστατικό υπενθυμίζει επίσης κάτι ακόμη: οι υβριδικές επιθέσεις δεν στοχεύουν πάντοτε στην απόσπαση μυστικών πληροφοριών. Συχνά αρκεί η δημιουργία μιας εικόνας ευαλωτότητας. Η αμφιβολία. Η εντύπωση ότι ακόμη και τα υψηλότερα επίπεδα λήψης αποφάσεων μπορούν να αποτελέσουν στόχο εξαπάτησης. Αυτή είναι, πολλές φορές, η πραγματική επιτυχία μιας επιχείρησης επιρροής.

Η Ελλάδα δεν είναι η πρώτη χώρα που αντιμετωπίζει τέτοιες μεθόδους. Αντίστοιχες απόπειρες έχουν καταγραφεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η χρήση συνθετικής φωνής και τεχνητής νοημοσύνης καθιστά πλέον δυσκολότερη από ποτέ την επαλήθευση μιας επικοινωνίας. Αυτό όμως δεν μειώνει τις ευθύνες.