Τον Δημήτρη Κοντολάζο τον γνώρισα σε μικρή ηλικία, όταν οι γονείς μου με έπαιρναν μαζί τους σε νυχτερινά μαγαζιά όπου εκείνος τραγουδούσε. Θυμάμαι ακόμη τη ζεστασιά της φωνής του, τη σεμνή του παρουσία και τον τρόπο που γέμιζε η πίστα με συναίσθημα κάθε φορά που έπιανε το μικρόφωνο. Ήταν από εκείνους τους τραγουδιστές που δεν χρειάζονταν φώτα και εντυπωσιακά εφέ — του έφτανε ένα καλό τραγούδι και η αληθινή ψυχή στη σκηνή.
Περισσότερα από πέντε δεκαετίες μετά, ο καταξιωμένος λαϊκός ερμηνευτής βρέθηκε στο The 2Night Show με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου, μιλώντας για την αγάπη του στο τραγούδι, την πορεία του και τις σκέψεις του για τη σύγχρονη μουσική σκηνή. Ο Δημήτρης Κοντολάζος, που φέτος τον χειμώνα θα εμφανίζεται στα Αστέρια Live στην Πάτρα, τόνισε πως τραγουδάει από ανάγκη ψυχής και πως σήμερα επιλέγει προσεκτικά τις συνεργασίες του: «Μετά από 52 χρόνια, τραγουδάω περιστασιακά, γιατί έχω τη δυνατότητα να κάνω επιλογές. Έχω πει πολλά “όχι” — κι ένας μεγάλος είπε κάποτε ότι “τα όχι με έκαναν”».
Μιλώντας για τη σημερινή μουσική, εξέφρασε τη νοσταλγία του για τα χρόνια που δεν κυνηγούσαν το “σουξέ”, αλλά στόχευαν στη δημιουργία ολοκληρωμένων δίσκων: «Τότε φτιάχναμε 12 όμορφα τραγούδια σε έναν δίσκο. Τώρα ψάχνεις να βρεις έναν φρέσκο και αληθινό στίχο». Περιέγραψε επίσης πώς αναγνωρίζει ένα καλό τραγούδι: «Όταν ο συνθέτης μού παίζει το κομμάτι και ακούω στίχο και μελωδία και μου σηκώνεται η τρίχα, τότε κάτι λέει αυτό».
Ο Κοντολάζος δεν έκρυψε και ένα προσωπικό παράπονο, αναφέροντας πως δεν κατάφερε να συνεργαστεί με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Αντώνης Βαρδής και ο Γιώργος Ζαμπέτας. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη να επιστρέψει το μπουζούκι στις ενορχηστρώσεις και στα πάλκα: «Πρέπει να ξαναμπούν τα δύο μπουζούκια στους δίσκους και να τα δούμε πάλι στη σκηνή. Είναι άλλο το άκουσμα. Δεν γίνεται να λέμε “πάμε στα μπουζούκια” και να μην ακούμε μπουζούκι».
Ακούγοντάς τον, ξαναζωντάνεψε μέσα μου η συγκίνηση που ένιωθα παιδί, όταν τον παρακολουθούσα ζωντανά. Ο Δημήτρης Κοντολάζος παραμένει ένας από τους τελευταίους αυθεντικούς λαϊκούς τραγουδιστές, ένας καλλιτέχνης που τραγουδά με την ψυχή του και μοιράζεται την ψυχή του με το κοινό, ακόμη και μετά από πέντε δεκαετίες στο προσκήνιο.