Σημαντικές ανατροπές στον τρόπο με τον οποίο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της φορολογικής διοίκησης αποκτούν πρόσβαση και αξιοποιούν τα τραπεζικά δεδομένα των φορολογουμένων επιφέρει πρόσφατη δικαστική απόφαση. Το δικαστικό αυτό «μπλόκο» θέτει σαφή όρια στις αυθαίρετες ή καθολικές άρσεις του τραπεζικού απορρήτου, υποχρεώνοντας την εφορία να τηρεί αυστηρές προϋποθέσεις και να τεκμηριώνει πλήρως την ανάγκη διενέργειας τέτοιων ελέγχων, περιορίζοντας τις πρακτικές των αναδρομικών ερευνών σε βάθος ετών χωρίς σοβαρές ενδείξεις φοροδιαφυγής.

Η απόφαση αυτή έρχεται να ισορροπήσει το δικαίωμα του κράτους να καταπολεμά τη φοροδιαφυγή με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα των πολιτών. Για χιλιάδες φορολογούμενους που βρίσκονταν στο στόχαστρο αυτόματων διασταυρώσεων, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα νέο νομικό ανάχωμα απέναντι σε υπερβολικές ή καταχρηστικές φορολογικές καταλογίσεις.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης, οι ελεγκτικές αρχές δεν μπορούν να ζητούν τη μαζική και ανεξέλεγκτη παροχή στοιχείων για τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, αν δεν προηγείται συγκεκριμένη και επαρκώς αιτιολογημένη υπόνοια για διάπραξη σημαντικών φορολογικών παραβάσεων. Η ύπαρξη απλών ενδείξεων ή η διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων δεν κρίνεται πλέον επαρκής λόγος για την πλήρη έκθεση της οικονομικής δραστηριότητας ενός πολίτη.

Επιπλέον, ορίζεται ότι η φορολογική διοίκηση οφείλει να εξαντλεί πρώτα τα ηπιότερα μέσα ελέγχου, όπως την πρόσκληση του φορολογουμένου για παροχή εξηγήσεων ή την προσκόμιση των απαραίτητων παραστατικών, πριν προχωρήσει στο έσχατο μέτρο της άρσης του τραπεζικού απορρήτου. Η παράκαμψη αυτών των σταδίων μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση των προστίμων και των φόρων που επιβλήθηκαν βάσει των τραπεζικών ευρημάτων.

Μια άλλη κρίσιμη διάσταση της απόφασης αφορά το χρονικό βάθος των ελέγχων στις καταθέσεις. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε εκ νέου τη σημασία της τήρησης του κανόνα της πενταετούς παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων, ξεκαθαρίζοντας ότι η εφορία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις τραπεζικές κινήσεις ως «τεχνητό» μέσο για την παράταση της προθεσμίας ελέγχου στη δεκαετία, εκτός αν αποδεικνύεται η ύπαρξη «συμπληρωματικών στοιχείων» που δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει εξαρχής.

Η εξέλιξη αυτή βάζει τέλος στην πρακτική της αναδρομικής αναζήτησης δικαιολογητικών για πρωτογενείς καταθέσεις παρελθόντων ετών, για τις οποίες ο φορολογούμενος συχνά αδυνατεί να βρει αποδεικτικά στοιχεία λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Οι ελεγκτές καλούνται πλέον να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους, εστιάζοντας σε τρέχουσες χρήσεις και σε υποθέσεις με ισχυρή νομική θεμελίωση.