Νέα δεδομένα για χιλιάδες δανειολήπτες και για το τραπεζικό σύστημα δημιουργεί η πρόσφατη απόφαση του Άρειος Πάγος σχετικά με τον «νόμο Κατσέλη». Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι, στις ρυθμίσεις του νόμου, ο τόκος θα πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου.

Η ερμηνεία αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί και αποσαφηνιστεί πλήρως με την καθαρογραφή της απόφασης, ενδέχεται να επιφέρει πολλαπλές επιπτώσεις, όχι μόνο για τις τράπεζες και τις τιτλοποιήσεις δανείων, αλλά και για τους ίδιους τους δανειολήπτες και τη συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας.

Αναμονή διευκρινίσεων και προετοιμασία

Στελέχη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και της Τράπεζα της Ελλάδος, παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναμένοντας την ακριβή διατύπωση της απόφασης και το εύρος εφαρμογής της.

Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το αν η νέα ερμηνεία θα ισχύσει μόνο για το μέλλον ή αν θα έχει και αναδρομική εφαρμογή, καθώς και ποιες κατηγορίες δανείων και ποια στάδια ρύθμισης θα επηρεαστούν. Η οριοθέτηση αυτή θα καθορίσει και το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα της απόφασης.

Πιθανές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα

1. Πίεση στις τιτλοποιήσεις και στο πρόγραμμα «Ηρακλής»

Η αλλαγή στον τρόπο εκτοκισμού ενδέχεται να μειώσει τις ανακτήσεις από συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια δανείων που έχουν ενταχθεί σε τιτλοποιήσεις, κυρίως στο πλαίσιο του προγράμματος Ηρακλής.

Σε περίπτωση που οι ταμειακές ροές αποδειχθούν χαμηλότερες από τις προβλέψεις, θα μπορούσε να δημιουργηθεί χρηματοδοτικό κενό, με ενδεχόμενη ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη οριστικά μεγέθη, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για δυνητικό κενό που θα μπορούσε να φθάσει έως και το 1 δισ. ευρώ.

Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s επισημαίνει ότι, παρά τη βελτιωμένη κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών τα τελευταία χρόνια, η απόφαση εισάγει πρόσθετη νομική αβεβαιότητα και ενδέχεται να επηρεάσει μεσοπρόθεσμα την ποιότητα ενεργητικού και τη βιωσιμότητα μελλοντικών τιτλοποιήσεων.

2. Πιο αυστηρή στάση στη χορήγηση νέων στεγαστικών

Η ελάφρυνση που προκύπτει για δάνεια υψηλότερου ρίσκου ενδέχεται να οδηγήσει τις τράπεζες σε πιο επιφυλακτική πολιτική χορηγήσεων. Αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη έμφαση σε δανειολήπτες με σταθερά εισοδήματα και υψηλή πιστοληπτική ικανότητα.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να περιορίσει τη ροή νέας στεγαστικής πίστης, ιδίως προς νοικοκυριά με χαμηλότερα ή ασταθή εισοδήματα, επηρεάζοντας μεσοπρόθεσμα και τη δυναμική της αγοράς ακινήτων. Παράλληλα, δεν αποκλείεται να αυξηθεί το κόστος δανεισμού, ως μηχανισμός αντιστάθμισης του πρόσθετου κινδύνου.

3. Ανησυχία για αύξηση πλειστηριασμών

Στο ενδεχόμενο που οι απώλειες από τις τιτλοποιήσεις αυξηθούν, ενδέχεται να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες ανάκτησης οφειλών μέσω πλειστηριασμών και ρευστοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική διάσταση, ιδίως για νοικοκυριά που ήδη βρίσκονται σε ευάλωτη θέση.

4. Επενδυτική αβεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου

Η μεταβολή βασικών χρηματοοικονομικών παραμέτρων μέσω δικαστικής απόφασης, ειδικά αν εφαρμοστεί αναδρομικά, εγείρει ζητήματα ασφάλειας δικαίου. Επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί σε τιτλοποιήσεις ή χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων ενδέχεται να εκτιμήσουν ότι το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να μεταβληθεί απρόβλεπτα.

Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει το επενδυτικό κλίμα, το κόστος χρηματοδότησης και την πρόσβαση τραπεζών, επιχειρήσεων και Δημοσίου στις αγορές κεφαλαίου.

5. Επίδραση στην κουλτούρα πληρωμών

Παρότι η απόφαση αφορά συγκεκριμένη κατηγορία δανειοληπτών, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν προσδοκίες για αντίστοιχες παρεμβάσεις και σε άλλες ομάδες οφειλετών. Ορισμένοι παράγοντες εκφράζουν ανησυχία ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει την κουλτούρα πληρωμών, σε μια περίοδο όπου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης.

Το ιστορικό του νόμου Κατσέλη

Η προστασία της πρώτης κατοικίας θεσπίστηκε το 2010 με τον νόμο 3869/2010, ευρύτερα γνωστό ως «νόμος Κατσέλη», στην κορύφωση της δημοσιονομικής κρίσης. Η ισχύς του τερματίστηκε οριστικά τον Φεβρουάριο του 2019.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, έως το τέλος του 2024 περίπου 195.000 δανειολήπτες είχαν ενταχθεί στο καθεστώς προστασίας, με συνολικό ύψος δανείων περί τα 6,1 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 5,4 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε περίπου 140.000 δανειολήπτες, βρίσκονται σε τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του «Ηρακλή», ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Κατά την εφαρμογή του νόμου, είχαν επισημανθεί αδυναμίες, όπως η απουσία άρσης τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου και οι μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούσαν τη δεκαετία. Περίπου το 43% των αιτήσεων απορρίφθηκαν, κυρίως λόγω κρίσης περί δολιότητας.

Για όσους εντάχθηκαν επιτυχώς, προβλεπόταν διάσωση της πρώτης κατοικίας με αποπληρωμή έως και του 80% της αντικειμενικής αξίας σε βάθος 20 έως 35 ετών, με έντοκες δόσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα

Το ουσιαστικό διακύβευμα πλέον είναι η ακριβής περίμετρος εφαρμογής της απόφασης του Αρείου Πάγου. Αν περιοριστεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και χωρίς αναδρομική ισχύ, οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι διαχειρίσιμες. Αν όμως έχει ευρύτερη και αναδρομική εφαρμογή, τότε το αποτύπωμά της θα είναι σαφώς πιο εκτεταμένο.

Σε κάθε περίπτωση, η τελική εικόνα θα διαμορφωθεί μετά τη δημοσίευση του πλήρους σκεπτικού της απόφασης και τις ενδεχόμενες θεσμικές ή νομοθετικές παρεμβάσεις που θα ακολουθήσουν.

Από Newsroom

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *