Ήταν ένα αδύνατο αγόρι, ύψους 1,68 μ., με ανοιχτό καστανό μαλλί και γλυκά, εκφραστικά καστανοπράσινα μάτια. Ένα παιδί 11 ετών που πήγαινε σχολείο, έπαιζε μπάσκετ, έκανε μαθήματα ζωγραφικής και μουσικής και ονειρευόταν –όπως κάθε παιδί της ηλικίας του– το μέλλον. Είχε μπροστά του ολόκληρη τη ζωή και στο πλευρό του μια μητέρα που τον λάτρευε και τον φρόντιζε με αφοσίωση.
Το παιδί αυτό ήταν ο Άλεξ Μεχσισβίλι. Αν ζούσε σήμερα, ο Άλεξ από τη Βέροια –όπως έμεινε χαραγμένος στη συλλογική μνήμη– θα ήταν 31 ετών. Όμως μια μέρα σαν σήμερα, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, η ζωή του κόπηκε βίαια. Ανήλικοι, αλλά και ενήλικοι, φρόντισαν να τον εξαφανίσουν από προσώπου γης, αφήνοντας πίσω ένα από τα πιο σκοτεινά και ανεπούλωτα τραύματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Είκοσι χρόνια μετά, παρά τις έρευνες, τις δίκες και τις καταδίκες, η σορός του Άλεξ δεν έχει βρεθεί ποτέ. Και μια μάνα, η Νατέλα, έμεινε χωρίς τον μοναχογιό της, χωρίς καν το δικαίωμα να τον θάψει και να τον αποχαιρετήσει όπως αρμόζει.
Το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου 2006, ο Άλεξ είχε πάει στο κλειστό γυμναστήριο της περιοχής Ελιάς στη Βέροια για προπόνηση μπάσκετ. Το πρόγραμμά του ήταν συγκεκριμένο: μετά θα περνούσε από το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατριού του και στη συνέχεια θα πήγαινε στο μάθημα ζωγραφικής.
Ο Άλεξ όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ. Όταν οι ώρες περνούσαν και το παιδί δεν γύριζε στο σπίτι, η μητέρα του άρχισε να ανησυχεί. Τον αναζήτησε στους δρόμους της Βέροιας, ρώτησε φίλους και γνωστούς, όμως κανείς δεν ήξερε κάτι. Τα ίχνη του είχαν χαθεί.
Οι ημέρες που ακολούθησαν μετέτρεψαν την εξαφάνιση του 11χρονου σε ένα πραγματικό θρίλερ, το οποίο, ακόμα και σήμερα, παραμένει ανοιχτό, καθώς το βασικό ερώτημα –πού βρίσκεται το σώμα του παιδιού– δεν έχει απαντηθεί.
Η πρώτη υπόθεση bullying που συγκλόνισε τη χώρα
Από την πρώτη στιγμή, φίλοι, κάτοικοι της πόλης και οι αστυνομικές αρχές κινητοποιήθηκαν για τον εντοπισμό του Άλεξ. Όσο όμως περνούσε ο καιρός, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για επεισόδιο βίας ανάμεσα σε παιδιά.
Περίπου τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση, η Αστυνομία κάλεσε για καταθέσεις πέντε ανήλικους: δύο αδέλφια ελληνικής καταγωγής, έναν Ρουμάνο, έναν Αλβανό και έναν Βορειοηπειρώτη. Ήταν παιδιά ηλικίας 11 έως 13 ετών, γνωστά στη Βέροια ως μια άγουρη και επιθετική παρέα.
Αρχικά, όλοι αρνήθηκαν κάθε εμπλοκή και προσπάθησαν να αποπροσανατολίσουν τις αρχές με αντιφατικές ιστορίες. Ωστόσο, η υπόθεση πήρε δραματική τροπή όταν ένας από τους πέντε «έσπασε» και περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όσα συνέβησαν.
Σύμφωνα με την ομολογία του, τα παιδιά συνάντησαν τον Άλεξ έξω από το Δημαρχείο. Τρεις από αυτούς τον χτύπησαν με μπουνιές και κλωτσιές. Ο Άλεξ προσπάθησε να ξεφύγει τρέχοντας, όμως ένας από την ομάδα του έβαλε τρικλοποδιά. Το παιδί έπεσε, χτύπησε σοβαρά το κεφάλι του σε ένα σκαλί και έμεινε ακίνητο. Από το κεφάλι του έτρεξε αίμα.
Οι ανήλικοι, αντί να ζητήσουν βοήθεια, τον μετέφεραν σε ένα ακατοίκητο σπίτι, πέταξαν τα γυαλιά του σε κάδο απορριμμάτων και δύο ημέρες αργότερα, με τη χρήση οικοδομικού καροτσιού, μετέφεραν τη σορό του και την πέταξαν στα νερά του ποταμού, στην περιοχή της Μπαρμπούτας.
Ήταν η πρώτη υπόθεση ακραίας βίας και bullying μεταξύ ανηλίκων στην Ελλάδα που συγκλόνισε το πανελλήνιο και άνοιξε μια συζήτηση που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα.
Η δίκη και οι καταδίκες
Τρία χρόνια αργότερα, οι πέντε ανήλικοι βρέθηκαν στο εδώλιο του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων. Κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της μη σκοπούμενης θανατηφόρας βλάβης.
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του Άλεξ, οι ανήλικοι μετέφεραν το σώμα του στο ακατοίκητο σπίτι της οδού Έλλης και στη συνέχεια, μόνοι τους ή με τη βοήθεια ενήλικων προσώπων, φρόντισαν για την εξαφάνιση της σορού.
Στα δύο αδέλφια επιβλήθηκε εγκλεισμός σε ίδρυμα ανηλίκων στον Βόλο έως την ενηλικίωσή τους, με υποχρεωτική παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος. Στους υπόλοιπους ανατέθηκε η επιμέλεια στις αντίστοιχες υπηρεσίες ανηλίκων.
Καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση είχε και ο παππούς των δύο αδελφών, ο οποίος καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και έξι μηνών για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και ψευδορκία.
Τον Νοέμβριο του 2013, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας επιδίκασε στη μητέρα του Άλεξ αποζημίωση ύψους 150.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τη νεαρή ηλικία του παιδιού, το γεγονός ότι ήταν μοναχοπαίδι, τον βαθμό υπαιτιότητας των δραστών και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους, η οποία επιδείνωσε τον ψυχικό πόνο της μητέρας, καθώς οδήγησε σε αποτυχία τις προσπάθειες εντοπισμού της σορού.
Σήμερα, 20 χρόνια μετά, ο Άλεξ θα ήταν 31 ετών. Κανείς δεν ξέρει αν θα είχε σπουδάσει, τι επάγγελμα θα είχε επιλέξει ή πού θα βρισκόταν η ζωή του. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι θα συνέχιζε να αγκαλιάζει τη μητέρα του, τη Νατέλα, η οποία εξακολουθεί να περιμένει την αλήθεια και έναν τόπο για να ανάψει ένα κερί στον μονάκριβο γιο της.