Η Σοφία Λασκαρίδου γεννήθηκε σε μια οικογένεια με ευρωπαϊκές ρίζες, με τον πατέρα της στο Λονδίνο και τη μητέρα της στο Παρίσι, και μεγάλωσε στην Αθήνα της αναδυόμενης νεωτερικότητας, μέσα σε ένα σπίτι που συνδύαζε πολυτέλεια και ελευθερία πνεύματος. Το οικογενειακό σπίτι στην οδό Λασκαρίδου στην Καλλιθέα ήταν ένα επιβλητικό νεοκλασικό, με διώροφο κυρίως κτίριο, μεγάλα μπαλκόνια, ψηλά ταβάνια και έναν κήπο γεμάτο κυπαρίσσια, τριανταφυλλιές και ανθισμένες λεμονιές. Η αρχιτεκτονική του μαρτυρούσε την επιρροή του γαλλικού ρομαντισμού και της ελληνικής παράδοσης, ενώ κάθε δωμάτιο ήταν γεμάτο με πίνακες, χειροτεχνίες και μικρά αντικείμενα που διηγούνταν ιστορίες από τα ταξίδια της οικογένειας στην Ευρώπη.

Η παιδική ηλικία της Σοφίας κύλησε ανάμεσα στη μάθηση και τις ώρες ζωγραφικής. Η ίδια θυμόταν ατέλειωτες ώρες μπροστά από τη θάλασσα του Φαλήρου, όπου με μολύβι και χαρτί κατέγραφε τα κύματα, τις βάρκες και τα σύννεφα που άλλαζαν χρώματα καθώς το φως του ήλιου έπεφτε πάνω τους. Ο πατέρας της, αν και αυστηρός, της είχε δώσει ένα περίστροφο για την προστασία της, όταν εκείνη επέμενε να περπατά μόνη μακριά από το σπίτι· μια λεπτομέρεια που αργότερα θα αποκτούσε δραματική σημασία. Η μητέρα της την ενθάρρυνε να σπουδάσει και να κυνηγήσει την τέχνη, δείχνοντας ότι η ελευθερία ήταν πιο σημαντική από τις κοινωνικές συμβάσεις.

Η Σοφία ήταν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα, αφοσιωμένη στην τέχνη της, αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητη στις ανθρώπινες σχέσεις. Σε μια τυχαία συνάντηση το 1895 στην Καλλιθέα γνώρισε τον Περικλή Γιαννόπουλο, έναν ξανθό Αθηναίο με γαλανά μάτια και φλογερή ιδιοσυγκρασία, που περπατούσε στον δρόμο κόβοντας λουλούδια και σκορπώντας τα στα πεζοδρόμια. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για λίγο, σαν να ήξεραν ήδη ο ένας την ψυχή του άλλου. Εκείνη η στιγμή ήταν η απαρχή μιας σχέσης που θα άφηνε ανεξίτηλα σημάδια στη ζωή τους. Ο Περικλής ήταν έντονος και μελαγχολικός, γεμάτος ιδέες και πάθος για τη ζωή, ενώ η Σοφία ήταν αποφασισμένη να ζήσει την αγάπη με τους δικούς της όρους, χωρίς να χάσει ποτέ την ελευθερία της.

Η ζωή τους κυλούσε ανάμεσα σε βόλτες στην Ακρόπολη, πεζοπορίες στα πεύκα της Ελευσίνας και ατελείωτες ώρες στο σπίτι της Σοφίας, όπου εκείνη ζωγράφιζε και εκείνος διάβαζε ή έγραφε. Ο Περικλής αγαπούσε την ομορφιά της Αθήνας με ένα τρόπο μοναδικό· κάθε μάρμαρο, κάθε δέντρο είχε για εκείνον μια ψυχή και μια ιστορία, και ήθελε η Σοφία να βλέπει τον κόσμο όπως εκείνος. Μερικές φορές, όμως, η ένταση των συναισθημάτων του οδηγούσε σε σιωπές και απομακρύνσεις, ενώ η ίδια ένιωθε την ανάγκη να συνεχίσει τη ζωή της και τις σπουδές της, χωρίς να δεθεί απόλυτα σε έναν δεσμό που, όσο όμορφος, ήταν και εύθραυστος.

Το 1903, όταν καταργήθηκε ο νόμος που απαγόρευε στις γυναίκες να φοιτήσουν στη Σχολή Καλών Τεχνών, η Σοφία Λασκαρίδου έγινε η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια στη Σχολή. Πήρε το δίπλωμά της το 1907 και εξασφάλισε υποτροφία τριών ετών για σπουδές στο εξωτερικό. Ο Περικλής στήριξε τη Σοφία με κάθε τρόπο, αλλά η απόσταση και η ανάγκη της να ζήσει την τέχνη της σε άλλες χώρες έφερε σταδιακά απόσταση ανάμεσά τους. Η αναχώρηση για το Μόναχο ήταν μια στιγμή αποφασιστική: εκεί η Σοφία θα μπορούσε να βυθιστεί στην τέχνη και στην προσωπική της ανάπτυξη, ενώ ο Περικλής θα παρέμενε πίσω, στη μοναξιά και στις αναμνήσεις τους.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος, βαθιά ευαίσθητος και με έντονη αυτοκριτική φύση, δεν μπόρεσε να αντέξει την απουσία της Σοφίας. Σχεδίαζε μεθοδικά την τελευταία του πράξη· ήθελε η ζωή και ο θάνατός του να έχουν μια αρμονία, μια τάξη που δεν είχε καταφέρει να βρει μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και στη δημόσια αποδοχή των έργων του. Τον Απρίλιο του 1910, ανέβηκε καβάλα σε ένα άσπρο άλογο, μπήκε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά και έθεσε τέλος στη ζωή του, αφήνοντας πίσω του μια επιστολή για τη Σοφία: «Σοφία μου. Σου στέλνω ένα ύστατο χαίρε από την Αττική γη, που αφήνω για πάντα. Με άπειρα γλυκύτατα φιλιά. Χαίρε, Σοφία μου».

Η Σοφία, όταν έμαθε την τραγική κατάληξη, βυθίστηκε σε βαθιά θλίψη. Έμεινε στο σπίτι της στην Καλλιθέα, περνώντας ώρες στον κήπο, ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τα λουλούδια που είχε φυτέψει με τα χέρια της. Κάθε πάγκος, κάθε δέντρο είχε για εκείνη αναμνήσεις· η παρουσία του Περικλή φαινόταν να πλανάται στον αέρα, σαν αόρατη σκιώδης μορφή. Οι μέρες περνούσαν και η Σοφία βίωνε μια μοναδική συνύπαρξη της τέχνης και του πένθους· ζωγραφίζοντας, θυμόταν τον Περικλή, και κάθε πίνακας γινόταν ένα μνημείο στον έρωτά τους.

Η σχέση τους υπήρξε πηγή έμπνευσης για πλήθος έργων της Σοφίας. Στα έργα της διακρίνεται η μελαγχολία των γαλάζιων ματιών του Περικλή, η φωτεινότητα του ελληνικού ήλιου που αγκάλιαζε την Ακρόπολη και την Καλλιθέα, και η αίσθηση της απώλειας που κυριαρχεί στα τοπία και στα πορτρέτα. Η ίδια η Σοφία αναφέρει σε συνέντευξη στον Φρέντυ Γερμανό το 1961: «Νοιώθαμε θερμή την παρουσία του Περικλή ανάμεσά μας. Ίσως καθόταν σε κάποια πολυθρόνα και μας παρατηρούσε με τα μεγάλα γαλανά μάτια του, που τόσο τρυφερά ήξεραν να μιλούν στη γυναίκα που είχε αγαπήσει».

Με το πέρασμα των δεκαετιών, η Σοφία συνέχισε τη ζωή της στο σπίτι της στην Καλλιθέα, περιτριγυρισμένη από τους πίνακες και τα αντικείμενα που της θύμιζαν τον Περικλή. Το σπίτι διατήρησε τη γοητεία και την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής· οι χώροι παρέμεναν γεμάτοι μνήμες, οι τοίχοι γεμάτοι χρώματα και ιστορίες, ενώ ο κήπος συνέχιζε να φιλοξενεί τα λουλούδια και τα δέντρα που η ίδια είχε φυτέψει με τα χέρια της.

Σήμερα, το σπίτι της Σοφίας Λασκαρίδου στην οδό Λασκαρίδου έχει μετατραπεί σε Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας, όπου η ζωή και το έργο της συνεχίζουν να εμπνέουν. Οι χώροι του σπιτιού έχουν ανακαινιστεί, οι αίθουσες γεμίζουν με πίνακες και εκθέματα της Σοφίας, ενώ οι εκδηλώσεις για τη ζωγραφική και τον πολιτισμό θυμίζουν στους επισκέπτες την ατμόσφαιρα της εποχής που η ίδια έζησε, δημιουργώντας έναν δεσμό ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Η ιστορία της Σοφίας Λασκαρίδου δεν είναι μόνο ιστορία ενός σπιτιού ή μιας ζωγράφου· είναι ιστορία μιας εποχής, ενός έρωτα που σημάδεψε μια ζωή και ενός χώρου που έγινε μάρτυρας των πιο έντονων συναισθημάτων. Το σπίτι στην οδό Λασκαρίδου κρατά ζωντανή τη μνήμη του Περικλή Γιαννόπουλου και της αγάπης τους, υπενθυμίζοντας ότι η τέχνη και η ζωή είναι αλληλένδετες, και ότι οι μεγάλες αγάπες αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη στον χρόνο.

Η Σοφία πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο ίδιο σπίτι, περνώντας τις μέρες της ανάμεσα στη ζωγραφική και τις αναμνήσεις, αγκαλιά με τα βιβλία, τα χρώματα και τα λουλούδια. Οι πίνακες της, γεμάτοι φως, θλίψη και ομορφιά, μαρτυρούν μια ζωή αφιερωμένη στην τέχνη και στην αγάπη, μια ζωή που άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου και της απώλειας. Ο επισκέπτης που σήμερα περπατά στους διαδρόμους της Δημοτικής Πινακοθήκης μπορεί να νιώσει την παρουσία της, να ακούσει τα ψιθυρισμένα λόγια της για τον Περικλή και να δει την Αθήνα μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που έζησε με πάθος και τόλμη.

Η ατμόσφαιρα του σπιτιού, με τα ψηλά ταβάνια, τα μεγάλα παράθυρα και τον κήπο γεμάτο κυπαρίσσια, θυμίζει τις ώρες που η Σοφία περπατούσε ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα, αναπολώντας τον Περικλή και τα όνειρα που είχαν μοιραστεί. Τα έπιπλα, οι καρέκλες και οι πολυθρόνες έχουν διατηρηθεί όπως ήταν, σαν να περιμένουν ακόμα τη μορφή του Περικλή να καθίσει ξανά δίπλα της.

Το σπίτι της οδού Λασκαρίδου έγινε μάρτυρας της ζωής, της αγάπης και της τέχνης· κάθε τοίχος, κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο κουβαλάει ιστορίες, μνήμες και συναισθήματα που ξεπερνούν τον χρόνο. Η ζωή της Σοφίας Λασκαρίδου, η καλλιτεχνική της πορεία, η τραγική αγάπη με τον Περικλή και η αφοσίωσή της στην τέχνη συνθέτουν μια ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα στους χώρους που εκείνη αγάπησε.

Χριστιάνα Θεοφάνους

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *