Με καταθέσεις επιζώντων και συγγενών θυμάτων συνεχίζεται σήμερα, Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026 η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, στην 45η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα όσα δήλωσε η εισαγγελέας σχετικά με τα υποβληθένα αιτήματα. Στην αίθουσα παρόντες ήταν και δύο κατηγορούμενοι, ο Σπύρος Πατέρας και ο Παύλος Κουζής.
Ο δικηγόρος της υποστήριξης της κατηγορίας Λουκάς Αποστολίδης ζήτησε να καταθέσουν οι γενικοί γραμματείς του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών από το 2016 έως το 2023. Η εισαγγελέας επιφυλάχθηκε για την πρότασή της, μιας και οι γραμματείς έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου σε άλλο δικαστήριο. Πρότεινε όμως να γίνει δεκτό το αίτημα για διαβίβαση στο δικαστήριο των προειδοποιητικών επιστολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
Πρώτη κατέθεσε η Μαρίνα Ντος Σάντος. Μίλησε για το χάος στο νοσοκομείο και για το πώς η ζωή της οικογένειας άλλαξε μετά τα Τέμπη. Η Μαρίνα Ντος Σάντος, έχασε στο δυστύχημα τη μητέρα και τη θεία της.
Ακολούθησε ο κ. Κουκαριώτης, ο οποίος περιέγραψε το χάος στο νοσοκομείο και τις τέσσερις ημέρες που πέρασαν μέχρι την ταυτοποίηση των σορών. Σημείωσε ότι δεν κινείται από εκδικητικότητα αλλά πως ζητά να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι σύμφωνα με τον νόμο. Ο κύριος Κουκαριώτης πρόσθεσε ότι η πραγματική δικαίωση θα έρθει μόνο αν αποκατασταθεί ο σιδηρόδρομος, ώστε να μη χαθούν άλλοι άνθρωποι. Ο κ. Κουκαριώτης, έχασε τις δύο αδελφές του στο σιδηροδρομικό δυστύχημα.
Η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα επέβαινε στο βαγόνι Β2. «Ακούσαμε ένα μπαμ και το τρένο άρχισε να γίνεται μια μάζα», δήλωσε στο δικαστήριο και κατέθεσε πως τραυματίστηκε στο πρόσωπο και στο αυτί από θραύσματα, καθώς και ότι βγήκε από το τρένο συρόμενη μέσα από μια τρύπα. Όπως περιέγραψε, περπάτησε πάνω σε λαμαρίνες, ενώ άλλοι τους καλούσαν να απομακρυνθούν από την πλευρά με τη φωτιά. Μίλησε βουρκωμένη για ανθρώπους που είχαν εκτοξευθεί και δεν μπόρεσε να τους βοηθήσει και για το συγκλονιστικό, «βοήθεια καίγομαι».
Η Ανθή Βάσσου βρισκόταν στο ίδιο κουπέ με τη φίλη της, Τριανταφυλλιά. «Θυμάμαι να εκτοξεύομαι, ήταν σαν να είμαι σε ένα μόνιμο πλυντήριο», σημείωσε στην κατάθεσή της προσθέτοντας πως έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε, το μόνο φως προερχόταν από τη φωτιά. Άκουγαν φωνές, αλλά δεν μπορούσαν να βγουν από το παράθυρο εξαιτίας της φωτιάς. Στις καταθέσεις περιγράφηκαν επίσης η αποπνικτική μυρωδιά, ο καπνός και η πορεία τους προς το νοσοκομείο.



