Τι έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή δημοσίου υπαλλήλου

Οριστικά κλείνει, τουλάχιστον σε δικαστικό επίπεδο, η συζήτηση για την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 1201/2026, έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων που καταργήθηκαν το 2012 δεν αποτελεί αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη, ούτε παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με απλά λόγια, το ΣτΕ αποφάσισε ότι δεν υποχρεώνεται το κράτος να επαναφέρει τα δώρα στο Δημόσιο, καθώς η επιλογή αυτή βρίσκεται μέσα στα περιθώρια που έχει ο νομοθέτης, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας.

Πώς έφτασε η υπόθεση στο ΣτΕ

Η υπόθεση ξεκίνησε από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο υπάλληλος ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος, υποστηρίζοντας ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων παραβιάζει τόσο το ελληνικό όσο και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η αξίωση αφορούσε την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ υπέρ του υπαλλήλου είχε παρέμβει και η ΑΔΕΔΥ.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΣτΕ μέσω της διαδικασίας της «πρότυπης δίκης», ώστε να δοθεί οριστική απάντηση σε ένα ζήτημα που αφορά μεγάλο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων.

Τι σχέση έχει η ευρωπαϊκή οδηγία για τους κατώτατους μισθούς

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της προσφυγής ήταν η ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς.

Το ΣτΕ ξεκαθάρισε αρχικά ότι η συγκεκριμένη οδηγία θα μπορούσε να επικληθεί μόνο για το διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία για τη μεταφορά της στο ελληνικό δίκαιο.

Όμως, ακόμη και για το διάστημα αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για την απαίτηση επαναφοράς των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους.

Στην κρίση του έλαβε υπόψη και απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Νοεμβρίου 2025, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση των αποδοχών και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Το βασικό επιχείρημα: η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας

Ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση έχει το δημοσιονομικό σκέλος.

Το ΣτΕ εξέτασε την πορεία των δημοσιονομικών της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά και τις αυξήσεις και τις υπόλοιπες μισθολογικές παροχές που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια στους δημοσίους υπαλλήλους.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επαναφορά των επιδομάτων θα δημιουργούσε πάγια και σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς θα αντιστοιχούσε σε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς κάθε χρόνο για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, το ΣτΕ έκρινε ότι υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης.

«Δεν τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση»

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο της απόφασης ήταν το κατά πόσο η μη καταβολή των επιδομάτων οδηγεί σε παραβίαση του δικαιώματος αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως η απουσία των συγκεκριμένων επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.

Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας δεν θεωρούνται ίδιες περιπτώσεις

Το ΣτΕ εξέτασε επίσης το επιχείρημα ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υφίστανται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, όπου τα δώρα εξακολουθούν να καταβάλλονται με βάση το ισχύον πλαίσιο.

Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν βρίσκονται υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες εργασίας. Ο δημόσιος τομέας διέπεται από διαφορετικό συνταγματικό και υπηρεσιακό πλαίσιο, ενώ οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων συνδέονται άμεσα με τα δημόσια οικονομικά.

Για τον λόγο αυτό, η διαφορετική αντιμετώπιση δεν κρίθηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας.

Στο συγκεκριμένο σημείο, πάντως, υπήρξε μειοψηφία έξι δικαστών, οι οποίοι είχαν διαφορετική άποψη.

Τι σημαίνει η απόφαση για τους δημοσίους υπαλλήλους

Η απόφαση 1201/2026 αποτελεί σημαντική δικαστική εξέλιξη, καθώς το ΣτΕ έδωσε συνολική απάντηση στα βασικά επιχειρήματα που είχαν διατυπωθεί για την επιστροφή των δώρων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν δημιουργείται δικαστική υποχρέωση του κράτους να επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο.

Η επαναφορά τους, επομένως, παραμένει ζήτημα πολιτικής και νομοθετικής απόφασης και όχι κάτι που, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη κρίση της Ολομέλειας του ΣτΕ, επιβάλλεται από το Σύνταγμα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Με την απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αγωγή και έκλεισε το συγκεκριμένο δικαστικό σκέλος της υπόθεσης.

Από Newsroom