Σε μια σημαντική πρωτοβουλία για την προστασία των παιδιών που βρίσκονται σε περιοχές ένοπλων συγκρούσεων προχώρησε η Ελλάδα, καθώς το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε ομόφωνα το Ψήφισμα 2832 (2026), το οποίο αφορά τις απειλές που δημιουργεί η χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών σε βάρος ανηλίκων. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 15 ψήφους υπέρ και περισσότερες από 90 χώρες να το συνυπογράφουν, αναδεικνύοντας την ανάγκη αντιμετώπισης νέων μορφών στρατολόγησης, εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών μέσω του διαδικτύου.

Η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε από την Ελλάδα, η οποία ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας για τον Οκτώβριο του 2026. Της σχετικής συνεδρίασης προήδρευσε η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της χώρας στον ΟΗΕ, πρέσβυς Αγλαΐα Μπαλτά, η οποία υπογράμμισε ότι η προστασία των παιδιών από τις συνέπειες των ένοπλων συγκρούσεων πρέπει να καλύπτει και τους κινδύνους που αναπτύσσονται στο ψηφιακό περιβάλλον.

Το ψήφισμα επιχειρεί να ενισχύσει το υφιστάμενο διεθνές πλαίσιο προστασίας των παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους μπορούν πλέον να πραγματοποιούνται και μέσω κοινωνικών δικτύων, πλατφορμών παιχνιδιών και εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων. Παράλληλα, δίνει έμφαση στην πρόληψη, στην υποστήριξη των θυμάτων, στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και στη συνεργασία κρατών και εταιρειών τεχνολογίας.

Αγλαΐα Μπαλτά: «Η στρατολόγηση μέσω ενός έξυπνου κινητού τηλεφώνου εξακολουθεί να είναι στρατολόγηση»

Παρουσιάζοντας το σχέδιο ψηφίσματος εκ μέρους της Ελλάδας, η πρέσβυς Αγλαΐα Μπαλτά ευχαρίστησε τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη συμμετοχή τους στις διαπραγματεύσεις, καθώς και τις χώρες που συνυπέβαλαν το κείμενο. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνεργασία με το Γραφείο της Ειδικής Αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τα Παιδιά και τις Ένοπλες Συγκρούσεις, τη UNICEF, την UNESCO και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

«Η στρατολόγηση μέσω ενός έξυπνου κινητού τηλεφώνου εξακολουθεί να είναι στρατολόγηση», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προσέγγιση και τη στρατολόγηση ανηλίκων από εμπλεκομένους σε ένοπλες συγκρούσεις.

Όπως ανέφερε, παιδιά ενδέχεται να προσεγγίζονται μέσω κοινωνικών δικτύων και εφαρμογών επικοινωνίας, να υφίστανται εξαναγκασμό και εκμετάλλευση ή να γίνονται στόχοι διαδικτυακής ριζοσπαστικοποίησης. Η ψηφιακή διάσταση αυτών των πρακτικών, σύμφωνα με την ελληνική παρέμβαση, δεν μπορεί να παραμένει εκτός της διεθνούς προσπάθειας για την πρόληψη και την αντιμετώπιση σοβαρών παραβιάσεων κατά των παιδιών.

Η Ελληνίδα Μόνιμη Αντιπρόσωπος διευκρίνισε ότι στόχος του ψηφίσματος δεν είναι η ρύθμιση τεχνικών ζητημάτων του ψηφιακού περιεχομένου, αλλά η ενίσχυση της προστασίας των παιδιών από πραγματικές βλάβες που προκαλούνται ή διευκολύνονται μέσω της τεχνολογίας.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι αναφορές στην ακεραιότητα της πληροφόρησης δεν αποσκοπούν στον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Αντίθετα, επιδιώκουν την αντιμετώπιση περιεχομένου και πρακτικών που συνδέονται με τη βία και την εκμετάλλευση ανηλίκων.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες στο επίκεντρο των κινδύνων

Το Ψήφισμα 2832 (2026) εκφράζει βαθιά ανησυχία για την αυξανόμενη χρήση ψηφιακών μέσων από εμπλεκομένους σε ένοπλες συγκρούσεις με σκοπό τη διάπραξη παραβιάσεων κατά παιδιών.

Στο επίκεντρο βρίσκονται τα κοινωνικά δίκτυα, οι πλατφόρμες διαδικτυακών παιχνιδιών και τα κρυπτογραφημένα εργαλεία επικοινωνίας, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν για την προσέγγιση ανηλίκων, την ανταλλαγή πληροφοριών και την οργάνωση ενεργειών που απειλούν την ασφάλειά τους.

Οι κίνδυνοι που επισημαίνονται περιλαμβάνουν τη στρατολόγηση και τη χρησιμοποίηση παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις, τις απαγωγές, τους βιασμούς και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, καθώς και την εκμετάλλευση των ψηφιακών μέσων για την υποβοήθηση τέτοιων παραβιάσεων.

Το ψήφισμα καλεί να σταματήσει άμεσα η στρατολόγηση, η χρησιμοποίηση και η επαναστρατολόγηση παιδιών κατά παράβαση των εφαρμοστέων διεθνών υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από το αν οι συγκεκριμένες πρακτικές πραγματοποιούνται με φυσική παρουσία ή μέσω ψηφιακών τεχνολογιών.

Με τον τρόπο αυτό, αναδεικνύεται η ανάγκη οι υφιστάμενοι μηχανισμοί προστασίας να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, ώστε η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών να μην αποτελεί μέσο παράκαμψης των διεθνών κανόνων για την προστασία των ανηλίκων.

Τι ζητά το ψήφισμα από τα κράτη

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενσωμάτωση μέτρων αντιμετώπισης των ψηφιακών κινδύνων στα εθνικά συστήματα παιδικής προστασίας. Τα κράτη καλούνται να αναπτύξουν ασφαλείς μηχανισμούς αναφοράς περιστατικών, να ενισχύσουν τις υπηρεσίες υποστήριξης και να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση ή εκμετάλλευση θα λαμβάνουν την κατάλληλη φροντίδα.

Παράλληλα, το ψήφισμα προωθεί την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων, την αποτροπή της επαναθυματοποίησής τους και την ενίσχυση της λογοδοσίας όσων εμπλέκονται σε παραβιάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται έμφαση στην ενίσχυση των δυνατοτήτων των αρμόδιων αρχών για τη διερεύνηση υποθέσεων, την άσκηση διώξεων όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και τη διευκόλυνση της πρόσβασης των θυμάτων στη δικαιοσύνη και στις απαραίτητες υπηρεσίες υποστήριξης.

Η προσέγγιση που προωθείται θέτει στο επίκεντρο τις ανάγκες και τα δικαιώματα των παιδιών, επιδιώκοντας όχι μόνο την αντιμετώπιση των περιστατικών, αλλά και τη δημιουργία μηχανισμών που θα περιορίζουν την πιθανότητα να επαναληφθούν.

Εκπαίδευση, ψηφιακός γραμματισμός και ψυχοκοινωνική υποστήριξη

Σημαντικό μέρος του ψηφίσματος αφορά την εκπαίδευση και τη δυνατότητα των παιδιών που ζουν σε περιοχές συγκρούσεων να συνεχίσουν να μαθαίνουν και να αναπτύσσουν δεξιότητες, ακόμη και όταν οι συνθήκες ασφαλείας καθιστούν δύσκολη τη λειτουργία των σχολείων.

Το κείμενο ενθαρρύνει επενδύσεις στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, στις ψηφιακές υποδομές και στον ψηφιακό γραμματισμό, δηλαδή στην ικανότητα των παιδιών να χρησιμοποιούν την τεχνολογία με ασφάλεια και να αναγνωρίζουν πιθανούς κινδύνους στο διαδίκτυο.

Παράλληλα, αναγνωρίζει την ανάγκη παροχής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, καθώς τα παιδιά που βιώνουν ένοπλες συγκρούσεις μπορεί να αντιμετωπίζουν σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία και στην εκπαιδευτική τους πορεία.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ανάγκη γεφύρωσης του ψηφιακού χάσματος, ώστε η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υποστήριξης να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαθεσιμότητα τεχνολογικού εξοπλισμού ή σύνδεσης στο διαδίκτυο.

Το ψήφισμα επισημαίνει ότι οι ψηφιακές λύσεις πρέπει «να συμπληρώνουν και όχι να αντικαθιστούν» τη διά ζώσης παιδική προστασία και εκπαίδευση. Παράλληλα, ενθαρρύνει την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών και την αξιοποίηση διδαγμάτων και βέλτιστων πρακτικών, ανάλογα με τις σχετικές εντολές και τους διαθέσιμους πόρους.

Ο ρόλος των εταιρειών τεχνολογίας

Η ευθύνη για την προστασία των παιδιών δεν περιορίζεται στα κράτη και στους διεθνείς οργανισμούς. Το ψήφισμα ενθαρρύνει τη συνεργασία κυβερνήσεων και ιδιωτικού τομέα, με την πρόβλεψη κατάλληλων εγγυήσεων για τα δικαιώματα και την ασφάλεια των ανηλίκων.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον ρόλο των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών, οι οποίοι ενθαρρύνονται να σχεδιάζουν ασφαλέστερα προϊόντα και να λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό της έκθεσης των παιδιών σε επιβλαβές περιεχόμενο ή επικίνδυνες επαφές.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται η σημασία της συνεργασίας των εταιρειών με τους αρμόδιους μηχανισμούς παιδικής προστασίας, ώστε να διευκολύνεται η πρόληψη και η αντιμετώπιση περιστατικών στρατολόγησης και άλλων παραβιάσεων.

Το κείμενο αναφέρεται επίσης στην ενίσχυση αποτελεσματικών μηχανισμών διασφάλισης της ηλικίας των χρηστών και στην ανάγκη αποτροπής της χρήσης ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών για την προσέγγιση, τη στρατολόγηση ή την εκμετάλλευση ανηλίκων.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση αναδεικνύει τη σημασία της πρόληψης ήδη από τον σχεδιασμό των ψηφιακών υπηρεσιών, με στόχο να μειώνονται οι δυνατότητες κατάχρησής τους από όσους επιδιώκουν να βλάψουν παιδιά.

Οι θέσεις των κρατών στο Συμβούλιο Ασφαλείας

Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε της υιοθέτησης του ψηφίσματος, τα κράτη εξέφρασαν τη στήριξή τους στους στόχους της πρωτοβουλίας, ενώ παράλληλα ανέδειξαν διαφορετικές προτεραιότητες σχετικά με την εφαρμογή της.

Η Κίνα υποστήριξε την έγκαιρη δράση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την αντιμετώπιση των ψηφιακών κινδύνων που απειλούν τα παιδιά. Παράλληλα, έδωσε έμφαση στον σεβασμό της εδαφικής κυριαρχίας των κρατών, στη συνεργασία στο πλαίσιο των υφιστάμενων εντολών των διεθνών οργανισμών και στην ανάγκη να μην προκύψουν πρόσθετες επιβαρύνσεις στον υφιστάμενο προϋπολογισμό. Αναφέρθηκε επίσης στην ασφάλεια των δεδομένων και στις δυνατότητες αξιοποίησης της τεχνολογίας για την εκπαίδευση.

Η Δανία ζήτησε ισχυρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τη δραστηριότητα των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας, καθώς και σαφέστερες αναφορές στο διεθνές δίκαιο, στην έμφυλη βία και στους μηχανισμούς παρακολούθησης της εφαρμογής των σχετικών μέτρων.

Η Λετονία υπογράμμισε ότι τα δικαιώματα των ανθρώπων εκτός διαδικτύου πρέπει να προστατεύονται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους αυξημένους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα κορίτσια, τα οποία μπορεί να είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε συγκεκριμένες μορφές διαδικτυακής βίας και εκμετάλλευσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχάρησαν την Ελλάδα για την ομόφωνη υιοθέτηση του ψηφίσματος. Όπως τόνισε ο Αμερικανός εκπρόσωπος, «Κανένα παιδί δεν πρέπει να στερείται την ασφάλεια, την προστασία ή την εκπαίδευση εξαιτίας ένοπλης σύγκρουσης».

Η Λιβερία, η οποία συνυπέβαλε και υπερψήφισε το κείμενο, χαιρέτισε την έμφαση που δίνεται στην εκπαίδευση, στην ψηφιακή ανθεκτικότητα και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Από την πλευρά της, η Σομαλία εξέφρασε τη στήριξή της στους στόχους του ψηφίσματος, διατυπώνοντας παράλληλα επιφυλάξεις σχετικά με την εθνική κυριότητα της εφαρμογής του, την επάρκεια των διαθέσιμων πόρων και την ανάγκη παροχής τεχνικής βοήθειας. Ζήτησε, επίσης, ισχυρότερη αναγνώριση του ρόλου των περιφερειακών οργανισμών και υπογράμμισε ότι η διεθνής υποστήριξη πρέπει να ενισχύει τους εθνικούς θεσμούς, με παράλληλη διασφάλιση της προστασίας ευαίσθητων δεδομένων.

Περισσότερες από 90 χώρες συνυπέγραψαν το ελληνικό ψήφισμα

Το σχέδιο ψηφίσματος συγκέντρωσε ευρεία διεθνή υποστήριξη, με περισσότερες από 90 χώρες να το συνυπογράφουν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κράτη από την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική, την Αμερική και τη Μέση Ανατολή, γεγονός που αποτυπώνει τη διεθνή διάσταση του ζητήματος.

Στις χώρες που συνυπέβαλαν το κείμενο συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η Αλβανία, η Αλγερία, η Αυστραλία, η Βραζιλία, ο Καναδάς, η Κίνα δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συνυποβαλλουσών χωρών που παρατίθεται, η Κύπρος, η Δανία, η Αίγυπτος, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ινδία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ιορδανία, η Κένυα, η Λετονία, η Λιβερία, το Μαρόκο, η Νέα Ζηλανδία, η Νορβηγία, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, η Σενεγάλη, η Σιγκαπούρη, η Ισπανία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Ουκρανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η ευρεία αυτή συμμετοχή ενισχύει το μήνυμα ότι η προστασία των παιδιών από τους κινδύνους των ψηφιακών τεχνολογιών σε συνθήκες πολέμου αποτελεί ζήτημα διεθνούς ενδιαφέροντος και απαιτεί συντονισμένη δράση.

Η ελληνική δέσμευση για την προστασία των παιδιών

Στην ελληνική παρέμβαση τονίστηκε ότι πρέπει να διαφυλαχθούν η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα της εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας, καθώς και των καθιερωμένων μηχανισμών του ΟΗΕ. Η Ελλάδα ευχαρίστησε τα μέλη του Συμβουλίου και τις χώρες που συνυπέβαλαν το ψήφισμα, επισημαίνοντας ότι επέδειξε τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία κατά τις διαπραγματεύσεις, προκειμένου να γεφυρωθούν διαφορετικές απόψεις και να επιτευχθεί συμφωνία.

«Η προστασία των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», υπογράμμισε η Αγλαΐα Μπαλτά, επαναβεβαιώνοντας τη σταθερή δέσμευση της Ελλάδας στον συγκεκριμένο τομέα.

Η ομόφωνη υιοθέτηση του Ψηφίσματος 2832 (2026) αναδεικνύει την ανάγκη προσαρμογής των διεθνών προσπαθειών προστασίας των παιδιών στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής. Η στρατολόγηση, η κακοποίηση και η εκμετάλλευση ανηλίκων δεν παύουν να αποτελούν σοβαρές παραβιάσεις επειδή πραγματοποιούνται μέσω διαδικτύου ή ψηφιακών εφαρμογών.

Το ζητούμενο πλέον είναι η αποτελεσματική εφαρμογή των κατευθύνσεων του ψηφίσματος, η ενίσχυση των εθνικών συστημάτων παιδικής προστασίας και η ουσιαστική συνεργασία κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών και εταιρειών τεχνολογίας. Στόχος είναι κάθε παιδί, ανεξάρτητα από το πού ζει ή τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, να προστατεύεται από τη βία και την εκμετάλλευση, τόσο στον φυσικό όσο και στον ψηφιακό κόσμο.