Στο Νέο Φάληρο, μια περιοχή που συνδέθηκε όσο λίγες με την αστική ανάπτυξη της νεότερης Αθήνας, στέκει ακόμη –αν και πληγωμένος από τον χρόνο– ένας λιθόκτιστος τριώροφος πύργος. Βρίσκεται στην οδό Σμολένσκυ και, παρά τη σιωπή που τον περιβάλλει σήμερα, υπήρξε κάποτε σύμβολο κοινωνικής ανόδου, φιλοδοξίας και προσωπικής τραγωδίας. Η ιστορία του δεν χρειάζεται υπερφυσικές ερμηνείες για να προκαλέσει δέος· αρκεί η ανθρώπινη διάσταση και το ιστορικό του βάθος.

Ο πύργος ανεγέρθηκε τον 19ο αιώνα, σε μια εποχή κατά την οποία το Νέο Φάληρο μεταμορφωνόταν σε προάστιο παραθερισμού και κύρους. Η εγγύτητα με το λιμάνι του Πειραιά, η ανάπτυξη των σιδηροδρομικών γραμμών και η δημιουργία κοσμικών κέντρων ψυχαγωγίας προσέλκυαν εύπορες οικογένειες, εμπόρους και επιχειρηματίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανέγερση μιας επιβλητικής έπαυλης 372 τετραγωνικών μέτρων δεν ήταν απλώς επιλογή κατοικίας αλλά δήλωση κοινωνικής θέσης.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ιστορικές αναφορές, ο πύργος ανήκε στην οικογένεια Κουρτάλη, μια εμπορική οικογένεια με σημαντική οικονομική επιφάνεια. Ο Κωνσταντίνος Κουρτάλης υπήρξε επιτυχημένος έμπορος υφασμάτων, με υφαντουργική δραστηριότητα στην οδό Κάστορος 6, σε μια περίοδο όπου η κλωστοϋφαντουργία αποτελούσε βασικό πυλώνα της αστικής οικονομίας. Η κατοικία στο Νέο Φάληρο δεν ήταν απλώς τόπος διαμονής, αλλά και χώρος κοινωνικών συναναστροφών, φιλοξενίας και επίδειξης κύρους.

Ο γιος του, Κυριάκος Κουρτάλης, έμελλε να συνδεθεί περισσότερο από κάθε άλλον με το όνομα και τη φήμη του πύργου. Περιγράφεται από σύγχρονες μαρτυρίες ως άνθρωπος με έντονες φιλοδοξίες και ανήσυχο πνεύμα. Σε μια εποχή που η κοινωνική καταξίωση περνούσε μέσα από πολιτικά αξιώματα και δημόσιες θέσεις, ο Κυριάκος φέρεται να επιθυμούσε διακαώς έναν ρόλο στη δημόσια ζωή. Οι γείτονες, άλλοτε ειρωνικά και άλλοτε με συμπάθεια, τον αποκαλούσαν «κύριο Δήμαρχο» ή «κύριο Υπουργό», παρατσούκλια που αντανακλούσαν τόσο τις προσδοκίες του όσο και τη διάσταση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα.

Άλλες αφηγήσεις τον θέλουν να έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες, με ιδιαίτερη έφεση στο τραγούδι. Σε μια κοινωνία όμως όπου τα επαγγέλματα είχαν αυστηρές ιεραρχήσεις, η καλλιτεχνική πορεία δεν θεωρούνταν πάντοτε αποδεκτή επιλογή για τον γιο ενός εύπορου εμπόρου. Έτσι, οι προσωπικές του κλίσεις φαίνεται πως συγκρούστηκαν με τις οικογενειακές προσδοκίες, δημιουργώντας ένα εσωτερικό ρήγμα που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.

Ο πύργος, με τους τρεις ορόφους, τις βαριές λιθόκτιστες τοιχοποιίες και τα ξύλινα εσωτερικά στοιχεία, δεν ήταν απλώς ένα κτίριο. Ήταν σκηνικό μιας ζωής που σταδιακά απομονώθηκε. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επιδεινώθηκε. Η ακμή του εμπορίου υφασμάτων υποχώρησε, οι κοινωνικές ισορροπίες άλλαξαν και ο Κυριάκος Κουρτάλης φαίνεται πως βρέθηκε όλο και πιο αποκομμένος από τον περίγυρό του.

Οι τελευταίες δεκαετίες της ζωής του συνδέθηκαν με οικονομική κατάρρευση και κοινωνική απομόνωση. Αναφορές μιλούν για έναν άνθρωπο που έζησε κλεισμένος στο ίδιο του το σπίτι, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Χωρίς σταθερό εισόδημα και με αυξανόμενα χρέη, ο πύργος μετατράπηκε από σύμβολο επιτυχίας σε βάρος δυσβάσταχτο. Η περιουσία χάθηκε και, τελικά, το ακίνητο περιήλθε στο Δημόσιο λόγω οφειλών.

Ο θάνατος του Κυριάκου Κουρτάλη σημειώθηκε κάτω από συνθήκες που δεν καταγράφηκαν με σαφήνεια, γεγονός που άφησε χώρο για εικασίες και αφηγήσεις. Ωστόσο, η ιστορική προσέγγιση φωτίζει κυρίως την ανθρώπινη διάσταση: έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, αποδυναμωμένο σωματικά και ψυχικά, που έζησε τα τελευταία του χρόνια σε συνθήκες ένδειας και εγκατάλειψης. Δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο για να γεννηθεί μια αίσθηση μυστηρίου· η ίδια η ανθρώπινη μοίρα αρκεί.

Μετά τον θάνατό του, ο πύργος εγκαταλείφθηκε. Παρά το γεγονός ότι κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1987, η φθορά ήταν αμείλικτη. Τα ξύλινα πατώματα κατέρρευσαν εν μέρει, η κεραμοσκεπή υπέστη σοβαρές ζημιές, ενώ η εσωτερική ξύλινη κουπαστή που ένωνε τους ορόφους παρέμεινε για χρόνια επικίνδυνα σαθρή. Ένα τμήμα του κτιρίου καταστράφηκε από πυρκαγιά, επιταχύνοντας την παρακμή.

Το οικόπεδο των 817 τετραγωνικών μέτρων, αν και σημαντικό από πολεοδομική και ιστορική άποψη, παραμένει μέχρι σήμερα αναξιοποίητο. Ο πύργος αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα νεοκλασικής και προ-νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που κινδυνεύουν να χαθούν, όχι από εχθρικές δυνάμεις, αλλά από την αδιαφορία και την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού.

Η ατμόσφαιρα μυστηρίου που περιβάλλει το κτίριο δεν προκύπτει από υπερφυσικά στοιχεία, αλλά από την ίδια του τη σιωπή. Οι κλειστές πόρτες, τα σκοτεινά ανοίγματα και τα ίχνη μιας ζωής που κάποτε έσφυζε από δραστηριότητα δημιουργούν ένα έντονο συναισθηματικό αποτύπωμα. Ο πύργος λειτουργεί ως μνημείο μιας εποχής μετάβασης, όπου οι παλιές βεβαιότητες κατέρρεαν και η νεότερη Ελλάδα αναζητούσε την ταυτότητά της.

Σήμερα, η συζήτηση γύρω από το μέλλον του πύργου παραμένει ανοιχτή. Θα μπορούσε να αποκατασταθεί και να ενταχθεί σε έναν πολιτιστικό ή εκπαιδευτικό ρόλο, λειτουργώντας ως ζωντανή υπενθύμιση της ιστορίας του Νέου Φαλήρου. Ή, αν αφεθεί στη μοίρα του, να καταρρεύσει σιωπηλά, παίρνοντας μαζί του ένα σημαντικό κομμάτι της αστικής μνήμης.

Ο λιθόκτιστος πύργος της Σμολένσκυ δεν είναι απλώς ένα παλιό σπίτι. Είναι ένα χρονικό ανθρώπινων φιλοδοξιών, κοινωνικών αλλαγών και ιστορικής παρακμής. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, το μυστήριο δεν βρίσκεται σε όσα φαντάζεται κανείς, αλλά σε όσα πραγματικά συνέβησαν.

Χριστιάνα Θεοφάνους

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *