Μια παράσταση για τη σύγκρουση, την επιστροφή και την αδελφική αγάπη.
Συνέντευξη στην Ελένη Νενού.
Ο Άαρον και ο Κέιν, δύο αδέλφια που ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους, συναντιούνται ξανά στο πατρικό τους σπίτι και αναγκάζονται να κοιτάξουν κατάματα όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τις πληγές που άφησε ο χρόνος. Η παράσταση κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, φωτίζοντας τον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος νους μέσα στη σύγκρουση, τη ματαίωση και την ανάγκη για μια νέα αρχή. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο σκηνοθέτης και ερμηνευτής Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος μιλά για τη σχέση των δύο αδελφών, τη «μεταφυσική» αδερφική αγάπη, την επιστροφή στις ρίζες και τη θυσία που συχνά απαιτεί κάθε ουσιαστική αλλαγή.
Στο θέατρο ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ – ΤΟΠΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΔΥΣΗΣ
Διανομή: Άαρον / Κίμωνας Δούσης, Κέιν / Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος

1.Η ιστορία αφορά δύο αδέλφια που συναντιούνται ξανά μετά από δέκα χρόνια. Τι θέλατε να αναδείξετε στη σχέση των δύο αδελφών μετά από δέκα χρόνια σιωπής;
Το πέρασμα του χρόνου αλλάζει τους ανθρώπους. Αν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι στο παρόν πρέπει να συμφιλιωθούμε με τις πληγές που μας έχει ανοίξει το παρελθόν και να κατανοήσουμε τους λόγους που συνέβη ό,τι μας πλήγωσε τότε. Τα δύο αυτά αδέρφια αγωνίζονται, να κατανοήσουν και να γεφυρώσουν τις διαφορές τους. Αυτό που θέλω να αναδείξω λοιπόν είναι ότι για να βρεθεί καινούργιος χώρος για κοινό βηματισμό με κάποιους ανθρώπους από τους οποίους είχαμε απομακρυνθεί, αλλά τώρα τους θέλουμε στη ζωή μας, χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια. Τα περασμένα συναισθήματα και οι ευχάριστες αναμνήσεις του παρελθόντος, δεν αρκούν.
2.Πώς γίνεται δύο αδέλφια να χαθούν για δέκα χρόνια; Τι ήταν αυτό που τα οδήγησε στη ρήξη;
Η διαφορετική αντιμετώπισή τους από τους γονείς, αλλά και ο διαφορετικός χαρακτήρας τους. Ο μικρότερος αδερφός ήταν πιο ολιγαρκής κι είχε μια πιο απλή θεώρηση της ζωής και του τι χρειάζεται για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Οι γονείς τους λοιπόν τον κράτησαν κοντά τους στο χωρίο για να τους βοηθάει με τις αγροτικές δουλειές, θεωρώντας πως δεν είχε δυνατότητες για να πετύχει περισσότερα στη ζωή του. Αντίθετα ο πρωτότοκος ήταν πιο εξωστρεφής και πιο φιλόδοξος. Οι γονείς τους λοιπόν τον στήριξαν οικονομικά και ηθικά για να φύγει από το χωριό και να σπουδάσει νομική στην πρωτεύουσα, στην Καμπέρα. Αυτή η στάση των γονιών , δημιούργησε μια τριβή μεταξύ των δύο αδερφών, του Κέιν και του Άαρον, αλλά εισηγαγέ και τα δύο αδέρφια σε δύο διαφορετικούς κόσμους, απομακρύνοντάς τους ακόμη περισσότερο.
3.Ποια είναι τα βασικά μυστικά ή οι πληγές που κουβαλούν και τους κρατούν μακριά;
Ο πατέρας των δύο αδερφών είναι βαριά άρρωστος κι αυτό είναι η αφορμή για να ξεκινήσει η σύγκρουσή τους στο έργο. Ο μεγάλος αδερφός, ο Κέιν, έζησε μια ζωή στην πρωτεύουσα γεμάτη απολαύσεις, δούλεψε σκληρά για να πετύχει όλα όσα είχε ονειρευτεί φεύγοντας από το χωριό του. Παρ΄όλα αυτά ξεπέρασε το μέτρο, απάτησε τη γυναίκα που παντρεύτηκε, χώρισε από αυτήν, αποξενώθηκε από τον γιό του, ανοίχτηκε περισσότερο απ΄ ό,τι άντεχε οικονομικά και καταστράφηκε. Όλα αυτά που ονειρεύτηκε τελικά τον οδήγησαν στη δυστυχία επειδή ξεπέρασε το μέτρο. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές , λόγω της υπερπροσφοράς που υπάρχει στα πάντα σήμερα στις μεγάλες πόλεις κυρίως. Τώρα αναζητά μία καινούργια αφετηρία για να νιώσει ασφαλής και να δημιουργήσει κάτι καινούργιο. Αυτό ελπίζει να το βρει στο πατρικό του και στην σχέση με τον αδεφό του. Ο Άαρον όμως, που είναι ο μικρότερος αδερφός, τον κατηγορεί ότι μονοπώλησε το ενδιαφέρον και την οικονομική υποστήριξη των γονιών τους, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην έχει κερδίσει τίποτα περισσότερο στη ζωή του , από αυτά που είχε πριν από δέκα χρόνια, όταν χώρισαν οι δρόμοι τους. Αισθάνεται ότι αυτά που τον έκαναν ευτυχισμένο τότε δεν του αρκούν τώρα και γι αυτό φταίει ο αδερφός του που δεν τον υποστήριξε ποτέ στο να κάνει κάποιο βήμα μακριά από την οικογενειακή τους εστία. Αποδέχτηκε τον ρόλο που του είχαν δώσει οι γονείς τους, αυτόν του αδερφόυ με την περιορισμέμη εφυία που είναι ικανός, μόνο να δουλεύει στη φάρμα με τα ζώα. Τον πληγώνει που ο Κέιν δεν προσπάθησε ποτέ να τον κάνει να δει τον εαυτό του αλλίως, αλλά και ότι απείχε εντελώς από τη δύσκολή ζωή στη φάρμα ή την αρρώστια που έχει τώρα ο πατέρας τους.

4.Τι σημαίνει για εσάς η «μεταφυσική» αγάπη των δύο αδελφών;
Είναι κάτι που με απασχόλησε πολύ στη διάρκεια των προβών, επειδή εγώ δεν έχω αδέρφια και δεν έχω νιώσει την αδερφική αγάπη. Συζητώντας λοιπόν και με τον Κίμωνα Δούση, ο οποίος παίζει τον αδερφό μου στο έργο κι έχει αδέρφια, αλλά και με άλλους φίλους μου που έχουν αδέρφια, ή ανατρέχοντας σε μνήμες μου κοινές από αδέρφια που έχω συναναστραφεί, κατέληξα πως είναι μία αγάπη άλλοτε συγκρουσιακή , όπως εδώ στο έργο κι άλλοτε απόλυτα ανιδιοτελής. Στην πρώτη περίπτωση τσακώνονται τα αδέρφια διεκδικώντας ό,τι ο καθένας θεωρεί σωστό για τον εαυτό του και πολλές φορές πολύ σκληρά και με άσχημες συμπεριφορές κι εκφράσεις, γιατί ξέρουν πως ο δεσμός τους δεν μπορεί να σπάσει. Δεν μπορεί να μην είναι αδέρφια. Αντίθετα δύο φίλοι μπορεί να πάψουν να είναι φίλοι. Βαθιά μέσα τους ελπίζουν πως ότι κι αν πουν, ο αδερφός ή η αδερφή τους σε μία δύσκολη στιγμή θα τους σταθούν. Υπάρχει μεγαλύτερη ανεκτικότητα στη σύγκρουσή τους λοιπόν και για ΄μενα εκεί φαίνεται η μεταφυσική αυτή αγάπη των δύο αδερφών και στο έργο. Προσπαθούν να ξαναγνωρίσουν και να αγαπήσουν ο ένας τον άλλον μέσα από τη σύγκρουση τους. Στη δεύτερη περίπτωση της ανιδιοτελούς αγάπης, η οποία αχνοφαίνεται επίσης στο τέλος του έργου, είναι αξιοθαύμαστο να παρατηρεί κανείς στη ζωη, έναν αόρατο κώδικα μεταξύ των αδερφών, ο οποίος έχει διαμορφωθεί από εξομολοξήσεις, μυστικά, χαρές , λύπες, εμπειρίες ευχάριστες και δυσάρεστες μεταξύ τους και τους έχει συνδιαμορφώσει. Στην περίπτωση αυτή τα αδέρφια μοιάζουν με συγκοινωνούντα δοχεία που το ένα συμπληρώνει το άλλο.
5.Η συνάντησή τους μετά από χρόνια οδηγεί σε σύγκρουση, συμφιλίωση ή κάτι ανάμεσα;
Σε όλη τη διάρκεια του έργου τους βλέπουμε να συγκρούονται γύρω από το παρόν, να συμφιλιώνονται προσωρινά όταν μιλούν για τις καλές στιγμές του παρελθόντος τους και να αναρωτιούνται για το μέλλον τους. Στο τέλος του έργου όμως συμβαίνει μια μεγάλη ανατροπή που τους αναγκάζει να μοιραστούν ένα κοινό μυστικό και σε αυτό θα στηριχτεί ο αδερφικός δεσμός τους εκ νέου. Για εμένα εκεί το έργο του Ντάνκαν Γκράχαμ, επικοινωνεί εκτός από το ψυχολογικό δράμα και με την τραγωδία. Δεν μπορώ όμως να πω περισσότερα για να μη χαλάσω την έκπληξη στους θεατές της παράστασης.

6.Η παράσταση αγγίζει το θέμα της επιστροφής στις ρίζες. Πώς αλλάζει τους ήρωες;
Όταν το έργο ξεκινά βλέπουμε δύο ανθρώπους που είχαν ξεκάθαρες θέσεις για το σωστό και λάθος στη ζωή, ξεκάθαρους στόχους για τη ζωή τους, ξεκάθαρες επιθυμίες . Δύο ανθρώπους σχεδόν αρχετυπικούς. Ο Άαρον έχει πορευτεί με τις χαρές και τις δυσκολίες που έχει κάποιος που ζει στο χωριό και δουλεύει στη φύση και ο Κέιν έχει αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που συναντά κανείς στην πρωτεύουσα μίας σύγχρονης δυτικής χώρας, αλλά φυσικά έχει βιώσει και τα άγχη, τις αποτυχίες και την κενότητα που μπορεί κανείς να συναντήσει εκεί. Επιστρέφουν λοιπόν και οι δύο στη ρίζα για να ξαναρχίσουν, πιστεύοντας ότι δεν θα ξανακάνουν τα ίδια λάθη. Έλα όμως που δεν υπάρχει πορεία χωρίς λάθη, ούτε νέα αρχή χωρίς εσωτερική μετατόπιση αξιών κι επιθυμιών. Για να γίνουν όλα αυτά προηγείται ένας ψυχολογικός μετεωρισμός. Σε αυτό το μετέωρο στάδιο βρίσκονται για μένα τα δύο αδέρφια στο τέλος του έργου. Εκεί τους οδήγησε η Μακριά νύχτα στη γη του Νοντ. Το ταξίδι αυτό, μέχρι το μετέωρο στάδιο προσπαθούμε να το κάνουμε συγκινητικό, ενδιαφέρον, όμορφο και να αναδείξουμε σημεία που κατ΄ αναλογία θα ταυτιστεί το κοινό.
7.Στο έργο υπάρχει η ιδέα της θυσίας για μια νέα αρχή. Πιστεύετε ότι μια νέα αρχή απαιτεί πάντα κάποια θυσία;
Ναι, πιστεύω πως οι άνθρωποι γενικά δυσκολευόμαστε να ξεφύγουμε από τη συνήθειά μας. Συνήθως όταν συμβεί κάτι κακό αναγκαζόμαστε να δούμε ότι έχουμε βλάψει τον εαυτό μας ή κάποιον άλλον με μία επιλογή μας. Τότε χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι πολύ μεγάλο. Χρειάζεται να είναι κάτι που εμείς έχουμε εξαρτηθεί από αυτό προκειμένου να νοίωσουμε ασφάλεια και χαρά. Μπορεί να είναι το ποτό, το τσιγάρο, κάποιο φαγητό, μία επαγγελματική θέση ή ένας κακοποιητικός άνθρωπος στη ζωή μας. Όταν λοιπόν έχουμε ανάγκη κάτι από αυτά για να νιώσουμε ασφαλείς κι ευτυχισμένοι, ενώ αυτά μας βλάπτουν, ουσιαστικά εμείς οι ίδιοι περιορίζουμε τον εαυτό μας. Αν καταφέρουμε και θυσιάσουμε αυτό που μας περιορίζει και μετά από λίγο καιρό δούμε τον εαυτό μας σε καλύτερη ψυχική κατάσταση, τότε καταλαβαίνουμε πόσο πιο νωρίς έπρεπε να κάνουμε αυτή τη θυσία και πόσο πολύ είχαμε τρομοκρατηθεί στη σκέψη ότι θα την κάναμε. Καταλαβαίνουμε επίσης ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε τώρα μετά την αλλαγή στη ζωή μας κι αυτό είναι τεράστιο κέρδος.

Η Ελένη Νενού, από τον Μπούμπουκα Καλαβρύτων, έχει σπουδάσει και ασχολείται με τα οικονομικά και κάνει ψυχανάλυση.