Το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών στον πρώην διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, ο οποίος συνελήφθη τον Σεπτέμβριο 2025 για φερόμενη λήψη χρημάτων με προσημειωμένα χαρτονομίσματα ύψους 3.000 ευρώ. Παράλληλα, του επιβλήθηκε πρόστιμο 30.000 ευρώ και εγγύηση 20.000 ευρώ.
Ο καρδιοχειρουργός, μιλώντας για πρώτη φορά μετά τη σύλληψή του στο Mega, αρνήθηκε κάθε κατηγορία και δήλωσε αθώος, υποστηρίζοντας ότι δεν ζήτησε ποτέ «φακελάκι». Όπως ανέφερε, η καταδίκη του έγινε χωρίς να του αναγνωριστεί κάποιο ελαφρυντικό.
Στη συνέντευξή του, ο γιατρός εξέφρασε την απογοήτευσή του για τον τρόπο που αντιμετώπισε η κοινωνία την υπόθεση και τις συνέπειες που είχε για την οικογένειά του. «Τα παιδιά μου περάσανε δύσκολο στο σχολείο, ντρεπόντουσαν να πάνε λες και είχαν πατέρα τους τον φονιά. Έχω απογοητευτεί τόσο με την κοινωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η μακρόχρονη επαγγελματική του πορεία, κατά την οποία διακρινόταν για την αφοσίωσή του στην περίθαλψη βαρέως πασχόντων, αμφισβητείται από το περιστατικό: «Έχω σιχαθεί τον εαυτό μου, 50 χρόνια ήμουν ο “Άγιος Παντελεήμων” κι έτρεχα για τον καθένα για κάθε πόνο. Όπως και για τον άνδρα αυτόν που τον έδιωχναν από παντού. Δεν τον χειρουργούσε κανένας. Έπρεπε να τον αφήσω να πεθάνει και αντί να μου λένε “ευχαριστώ” μου λένε αυτά τα πράγματα», τόνισε.
Η υπόθεση ξεκίνησε από καταγγελία το 2022, ενώ η πλευρά του ασθενούς αναφέρει ότι ο γιατρός καταδικάστηκε για το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο ίδιος επιμένει ότι δεν έχει παραβεί τον Ιπποκρατικό όρκο και ότι ουδέποτε ζήτησε ή πήρε χρήματα. «Δεν πήρα τίποτα και ούτε έκανα τίποτα. Είναι ντροπή τέτοια πράγματα, γιατί με εμένα σκοτώνεται ο τελευταίος γιατρός που έκανε τα βαριά περιστατικά που τον έλεγαν “Άγιο Παντελεήμονα”», δήλωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαδικασία είναι ακόμα σε εξέλιξη και η τελεσιδικία της υπόθεσης δεν έχει επέλθει, καθώς έχει ήδη γίνει άρση της απόφασης του Εφετείου. Ο γιατρός κατηγορείται ότι μπήκε στο στόχαστρο ορισμένων τα τελευταία χρόνια και δηλώνει ότι παραμένει πιστός στον όρκο του Ιπποκράτη.
Στην προαναγγελθείσα δίκη της Παρασκευής 6 Φεβρουαρίου, ο γιατρός ανέφερε ότι η διαδικασία ήταν άδικη, υποστηρίζοντας ότι δεν προέβη σε κανενός είδους παράνομη πράξη. «Ας γίνει το δικαστήριο να δούμε τι θα γίνει, να δούμε αν σκότωσα κανέναν άνθρωπο που θα έπρεπε να μου δίνουν βραβεία γι’ αυτόν που έσωσα. Γιατί; Γιατί αυτός ο άνθρωπος όπως ξέρετε ήταν με ένα πόδι, με ένα μάτι, χωρίς αίμα, καρδιά 20%, όλα βουλωμένα, με ανεπάρκεια νεφρική, καταθλιπτικός και βρέθηκε ένας ηλίθιος και τον χειρούργησε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαμάχη ξεκίνησε όταν κατά τη διάρκεια εξιτηρίου ο ασθενής παρέλαβε ένα φάκελο από τη σύζυγό του, χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί την προέλευσή του. «Ούτε που κατάλαβα τι ήταν, ούτε που της ζήτησα και έγινε αυτό το πράγμα. Αντί να χαίρονται που σώθηκε ο άνθρωπός τους, κοιτάζουν να καταστρέψουν τον γιατρό», δήλωσε.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον ιατρικό χώρο και την κοινή γνώμη, καθώς εγείρει ζητήματα σχετικά με την εμπιστοσύνη προς γιατρούς που διαχειρίζονται βαριά περιστατικά και τη διαδικασία ελέγχου καταγγελιών για αθέμιτες πρακτικές σε νοσοκομεία.
Η καταδίκη του πρώην διευθυντή του Ιπποκράτειου έρχεται σε μία περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση για τη διαφάνεια και τη νομιμότητα στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας παραμένει έντονη, με την κοινωνία να ζητά σαφήνεια, δίκαιη κρίση και τήρηση της νομοθεσίας.