Η πιο σκληρή αλήθεια για την ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται στους ρυθμούς ανάπτυξης ούτε στα πρωτογενή πλεονάσματα. Βρίσκεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στο πορτοφόλι του νοικοκυριού. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τελευταία ταχύτητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Το 2025 βρέθηκε στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μαζί με τη Βουλγαρία. Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ένας άλλος αριθμός: το 86,2% των Ελλήνων δήλωσε το 2024 ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, έναντι 41,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν μια οικονομία όπου η ανάπτυξη δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινής ζωής.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης για τον ΦΠΑ. Είναι αυτονόητο ότι μια γενικευμένη μείωση των έμμεσων φόρων έχει δημοσιονομικό κόστος. Δεν είναι όμως επιχείρημα που κλείνει τη συζήτηση. Είναι η αφετηρία της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν πολύ χαμηλούς ή ακόμη και μηδενικούς συντελεστές σε συγκεκριμένες βασικές κατηγορίες αγαθών. Η Αυστρία, για παράδειγμα, εφαρμόζει πλέον συντελεστή 4,9% σε συγκεκριμένα βασικά τρόφιμα, η Σουηδία έχει συντελεστή 6% σε ορισμένες κατηγορίες, η Ισπανία και η Ιταλία 4%, ενώ η Κύπρος 0% σε βασικά είδη διατροφής. Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός ΕΕ πλέον, διατηρεί μηδενικό ΦΠΑ στα τρόφιμα. Γιατί, λοιπόν, η κυβέρνηση αρνείται να εξετάσει σοβαρά μια στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ σε βασικές κατηγορίες αγαθών;

Η επιχειρηματολογία του Άδωνι Γεωργιάδη προσθέτει ένα ακόμη παράδοξο στη συζήτηση. Ο υπουργός έχει υποστηρίξει ότι ο ΦΠΑ δεν πληρώνεται μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα και ότι, συνεπώς, η διατήρησή του εξασφαλίζει σημαντικά έσοδα από το εξωτερικό. Μόνο που ο τουρίστας βρίσκεται στην Ελλάδα για λίγες ημέρες. Ο Έλληνας καταναλωτής βρίσκεται εδώ 365 ημέρες τον χρόνο. Και όταν η λογική αυτή χρησιμοποιείται ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης υψηλής φορολόγησης της κατανάλωσης, το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: ποιος τελικά πληρώνει το κόστος;

Το πληρώνει καθημερινά ο πολίτης που βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται στα βασικά. Η οικογένεια που περιορίζει τις αγορές της. Η μικρή επιχείρηση που βλέπει τον τζίρο της να πιέζεται. Και τελικά ολόκληρη η οικονομία, όταν η κατανάλωση υποχωρεί και η μεσαία τάξη συρρικνώνεται.

Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν μπορεί να γίνει άλλοθι

Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναγκαία. Δεν μπορεί όμως να γίνει άλλοθι για να θεωρούμε φυσιολογικό ότι μια χώρα με από τα χαμηλότερα εισοδήματα στην Ευρώπη διατηρεί υψηλή επιβάρυνση στην κατανάλωση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας. Χρειάζεται πολιτική που θα κάνει τον μισθό να φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα.

Γιατί, στο τέλος, η πραγματική ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο στο ΑΕΠ. Μετριέται στο τι μένει στην τσέπη του πολίτη όταν βγαίνει από το σούπερ μάρκετ.

Νικόλαος Ντόβας

nikosnto@yahoo.com

Από Newsroom