Η δομική και συστημική διάσταση των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα αποτελεί πλέον ένα από τα πιο κρίσιμα και επείγοντα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνικής και νομικής πραγματικότητας, καθώς η συχνότητα και η αγριότητα των εγκλημάτων αυτών αναδεικνύουν την ανάγκη για μια βαθύτερη ανατομία των αιτιών που τα παράγουν. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ορίζεται διεθνώς ως η σκόπιμη θανάτωση γυναικών και κοριτσιών λόγω του φύλου τους, δεν μπορεί να προσεγγίζεται ως μια σειρά μεμονωμένων ή τυχαίων περιστατικών του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά πρέπει να αναλύεται ως η ακραία κατάληξη ενός συνεχούς έμφυλης βίας, η οποία τρέφεται από πατριαρχικές δομές, σχέσεις ανισότητας και βαθιά ριζωμένα κοινωνικά στερεότυπα.
Κοινωνιολογική και Ψυχολογική Ανατομία του Κύκλου της Έμφυλης Βίας.
Η κατανόηση του κοινωνικού υπόβαθρου των γυναικοκτονιών απαιτεί την αποδόμηση των έμφυλων ρόλων και των στερεοτύπων που επιβιώνουν στην ελληνική κοινωνία, όπου η ανδρική κυριαρχία και ο έλεγχος πάνω στη γυναικεία συμπεριφορά, τις επιλογές και το σώμα εξακολουθούν συχνά να θεωρούνται κοινωνικά ανεκτά ή ακόμη και αναμενόμενα. Όπως επισημαίνουν οι επιστημονικές αναλύσεις φορέων, οι γυναικοκτονίες αποτελούν μηχανισμούς επιβολής εξουσίας και τιμωρίας απέναντι σε γυναίκες που διεκδικούν την αυτονομία τους, την ελευθερία τους ή την έξοδο από μια κακοποιητική σχέση.
Ψυχολογικά, ο θύτης λειτουργεί βάσει μιας βαθιάς κουλτούρας ιδιοκτησίας, η οποία εκδηλώνεται αρχικά με συμπεριφορές ακραίας ζήλειας, απομόνωσης του θύματος από το υποστηρικτικό του περιβάλλον, οικονομικού ελέγχου και λεκτικής ή ψυχολογικής κακοποίησης. Αυτός ο «κύκλος της βίας» κλιμακώνεται σταδιακά και μετατρέπει τον ιδιωτικό χώρο της οικίας, ο οποίος θεωρητικά αποτελεί πεδίο ασφάλειας, στο πιο επικίνδυνο περιβάλλον για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή της γυναίκας, με τη βία να κορυφώνεται τη στιγμή που το θύμα αποφασίζει να σπάσει τη σιωπή του ή να αποχωρήσει οριστικά.
Η Νομική Διάσταση:
Η νομική αντιμετώπιση του φαινομένου στην Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός έντονου επιστημονικού και κοινωνικού διαλόγου σχετικά με την ανάγκη εισαγωγής του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα ως διακριτού εγκλήματος ή ως ειδικής επιβαρυντικής περίστασης.
Επιστημονικές πλατφόρμες νομικού προβληματισμού αναλύουν τη σημασία του συγκεκριμένου nomen iuris (νομικού όρου), εξηγώντας ότι η ρητή ποινική κατοχύρωση δεν αποσκοπεί απλώς στην αυστηροποίηση των ποινών –δεδομένου ότι η ανθρωποκτονία τιμωρείται ήδη με την ανώτατη ποινή της ισόβιας κάθειρξης στην Ελλάδα– αλλά στην ανάδειξη του έμφυλου κινήτρου του εγκλήματος.
Η νομική αναγνώριση κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να αποτραπεί η δικαστική υποβάθμιση των εγκλημάτων αυτών μέσω της αναχρονιστικής επίκλησης ελαφρυντικών, όπως το «έγκλημα πάθους» ή ο «βρασμός ψυχικής ορμής», που ιστορικά χρησιμοποιούνταν για να δικαιολογήσουν ή να μειώσουν τις ποινές των δραστών. Επιπλέον, η έλλειψη ενός ενιαίου νομικού ορισμού εμποδίζει την ακριβή καταγραφή και τη συλλογή εξειδικευμένων δεδομένων, γεγονός που δυσχεραίνει τον σχεδιασμό στοχευμένων αντεγκληματικών πολιτικών, ενώ παράλληλα εντείνει τη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ανάγκη έκδοσης σχετικών κοινών οδηγιών.
Η ανάλυση των στατιστικών δεδομένων στην Ελλάδα αποκαλύπτει μια ζοφερή και διαρκώς επιτεινόμενη πραγματικότητα, με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία και των εγχώριων ερευνητικών οργανισμών να καταγράφουν δεκάδες θύματα κάθε έτος.
Ειδικότερα, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των εγκλημάτων δείχνουν ότι η πλειονότητα των δραστών είναι νυν ή πρώην σύζυγοι και σύντροφοι, ενώ οι πιο συχνές ηλικιακές ομάδες των θυμάτων κυμαίνονται μεταξύ 35 και 45 ετών, χωρίς ωστόσο να λείπουν περιστατικά σε πολύ νεότερες ή μεγαλύτερες ηλικίες.
Παράλληλα, οι ετήσιες εκθέσεις των αρμόδιων υπηρεσιών αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας της Ελληνικής Αστυνομίας δείχνουν μια κατακόρυφη αύξηση των επίσημων καταγγελιών, γεγονός που αποτυπώνει τόσο τη σταδιακή άρση του φόβου των θυμάτων να μιλήσουν, όσο και την τεράστια έκταση του προβλήματος που παραμένει κρυμμένο πίσω από κλειστές πόρτες. Η τραγική διαπίστωση πολλών υποθέσεων είναι ότι αρκετά από τα θύματα είχαν απευθυνθεί επανειλημμένα στις αρχές ή είχαν καταγγείλει τον κακοποιητή τους, γεγονός που αναδεικνύει σοβαρά κενά στους μηχανισμούς άμεσης προστασίας και εκτίμησης κινδύνου.
Στρατηγικές Πρόληψης, Προστασίας και Θεσμικής Θωράκισης.
Η ριζική αντιμετώπιση και η εξάλειψη των γυναικοκτονιών απαιτεί την εφαρμογή μιας ολιστικής εθνικής στρατηγικής που θα εκτείνεται από την πρωτογενή πρόληψη έως την άμεση και αποτελεσματική καταστολή. Στο επίπεδο της πρόληψης, κρίνεται επιτακτική η εισαγωγή προγραμμάτων σεξουαλικής αγωγής και έμφυλης ισότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με σκοπό την αποδόμηση των τοξικών προτύπων αρρενωπότητας και την καλλιέργεια μιας κουλτούρας συναίνεσης, αμοιβαίου σεβασμού και ειρηνικής επίλυσης των συγκρούσεων από την παιδική ηλικία.
Στο επίπεδο της προστασίας, είναι αναγκαία η ενίσχυση και η γεωγραφική επέκταση των υφιστάμενων δομών του δικτύου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, όπως της ειδικής τηλεφωνικής γραμμής SOS, των συμβουλευτικών κέντρων και των ξενώνων φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών, διασφαλίζοντας παράλληλα την οικονομική και ψυχολογική στήριξη των θυμάτων για την απεξάρτησή τους από τον κακοποιητή.
Τέλος, απαιτείται η συνεχής και εξειδικευμένη επιμόρφωση των αστυνομικών, δικαστικών και υγειονομικών λειτουργών, η καθολική εφαρμογή εργαλείων όπως το Panic Button, καθώς και η θέσπιση αυστηρών πρωτοκόλλων άμεσης επέμβασης και απομάκρυνσης του δράστη, ώστε καμία καταγγελία να μην υποτιμάται και καμία γυναίκα να μην αφήνεται απροστάτευτη απέναντι στον κίνδυνο.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΗ
Γ Π ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ