Η εικόνα είναι πλέον γνώριμη, σχεδόν ρουτίνα στις αστυνομικές αναφορές: ανήλικοι, συχνά παιδιά ηλικίας 14-16 ετών, να πρωταγωνιστούν σε σκηνές άγριας βίας, διακίνησης ναρκωτικών, ακόμη και ανθρωποκτονιών. Η πρόσφατη εξάρθρωση των συμμοριών στα Βόρεια Προάστια, που μετέτρεπαν ανήλικους σε «βαποράκια», αλλά και η σοκαριστική υπόθεση ανθρωποκτονίας στην Καλλιθέα, όπου επτά συλληφθέντες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη βαρύτατη κατηγορία του φόνου εκ προθέσεως, δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Είναι τα συμπτώματα μιας «σιωπηλής πανδημίας» που αλλάζει το πρόσωπο της ελληνικής παραβατικότητας. Τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από το πεδίο σκιαγραφούν μια ανησυχητική εικόνα: οι ανήλικοι δεν εμπλέκονται πλέον μόνο σε «καβγάδες της γειτονιάς», αλλά σε δομημένες εγκληματικές δραστηριότητες. Η «επιχειρησιακή» δράση των ανηλίκων παρουσιάζει νέα, επικίνδυνα χαρακτηριστικά: την εργαλειοποίησή τους από ενήλικες («bosses») που τους χρησιμοποιούν ως «ασπίδες», τη δημιουργία συμμοριών με ιεραρχία και την ψηφιακή διαπόμπευση μέσω των social media, η οποία αποτελεί πλέον μέρος της «τελετουργίας» του εγκλήματος.
Απέναντι σε αυτό το κύμα, η Πολιτεία υλοποιεί την «Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025-2030». Τα μέτρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή περιλαμβάνουν ψηφιακά εργαλεία, όπως η πλατφόρμα stop-bullying για καταγγελίες ενδοσχολικής βίας και η εφαρμογή SafeYouth για την άμεση ενημέρωση και προστασία των ανηλίκων. Παράλληλα, έχουν ενισχυθεί οι υποδομές με τη λειτουργία των «Σπιτιών του Παιδιού» και τη δημιουργία 120 Safe Houses για την παροχή ασφαλούς καταφυγίου, ενώ έχει ενισχυθεί το δυναμικό των σχολικών μονάδων με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, συνοδευόμενα από την ίδρυση ειδικών ξενώνων για την αποκατάσταση παραβατικών εφήβων.
Ωστόσο, η στρατηγική της Πολιτείας απαιτεί τη σύμπραξη ολόκληρης της κοινωνίας για να αποδώσει καρπούς. Το σχολείο, ως ο βασικός πυλώνας κοινωνικοποίησης, οφείλει να μετατραπεί σε «ασφαλή λιμένα», καλλιεργώντας όχι μόνο τη γνώση, αλλά και την ενσυναίσθηση. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δράσουν ως «ανιχνευτές», εντοπίζοντας έγκαιρα αλλαγές στη συμπεριφορά των μαθητών και προωθώντας τον διάλογο, τη διαμεσολάβηση μεταξύ συνομηλίκων και την αποδοχή της διαφορετικότητας, μετατρέποντας το σχολικό περιβάλλον σε ανάχωμα απέναντι στη βία. Παράλληλα, οι γονείς οφείλουν να επανακτήσουν τον ρόλο του «φάρου», παρακολουθώντας τη διαδικτυακή παρουσία των παιδιών και αναγνωρίζοντας έγκαιρα σημάδια κινδύνου. Οι Σύλλογοι Γονέων μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ σχολείου και οικογένειας, διοργανώνοντας ενημερωτικές ημερίδες, ενώ οι Δήμοι, ως ο πλησιέστερος θεσμός στον πολίτη, οφείλουν να «ζωντανέψουν» τις γειτονιές. Μέσω της δημιουργίας δομών δημιουργικής απασχόλησης –όπως αθλητικά κέντρα και προγράμματα νεότητας– οι δήμοι μπορούν να προσφέρουν υγιείς διεξόδους στους εφήβους, απομακρύνοντάς τους από τις πλατείες όπου συχνά «στρατολογούνται» από εγκληματικά κυκλώματα.
Η υπόθεση της Καλλιθέας και η δράση των συμμοριών στα Βόρεια Προάστια αποτελούν ένα ηχηρό καμπανάκι. Η «Εθνική Στρατηγική» είναι ένα απαραίτητο πρώτο βήμα, αλλά η επιτυχία της θα κριθεί στην πράξη: στο σχολείο, στη γειτονιά και μέσα στα ίδια τα σπίτια. Η κοινωνία βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το φαινόμενο ως κάτι μακρινό ή θα αναλάβουμε την ευθύνη για τη διαπαιδαγώγηση μιας γενιάς που κινδυνεύει να χαθεί στη βία;
άρθρο ειδικού συνεργάτη