– Ανάμεσά τους ευρήματα από λαθρανασκαφή στην Κρήτη
Δεκαπέντε ελληνικές αρχαιότητες που είχαν απομακρυνθεί παράνομα από τη χώρα επιστρέφουν στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια νέα σημαντική εξέλιξη για την προστασία και την ανάκτηση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η παράδοση των αντικειμένων πραγματοποιήθηκε σε ειδική τελετή στην Εισαγγελία του Μανχάταν, παρουσία εκπροσώπων των ελληνικών και αμερικανικών αρχών, σηματοδοτώντας έναν ακόμη επαναπατρισμό προϊόντων παράνομης διακίνησης.
Με τη συγκεκριμένη επιστροφή, ο αριθμός των ελληνικών αρχαιοτήτων που έχουν επαναπατριστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 2022, κατόπιν αποφάσεων της Εισαγγελίας του Μανχάταν, ανέρχεται πλέον σε 179. Η εξέλιξη αποτυπώνει τη σταθερή συνεργασία των δύο χωρών για τον εντοπισμό, την τεκμηρίωση και την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από την Ελλάδα.
Η τελετή παράδοσης πραγματοποιήθηκε στην Εισαγγελία του Μανχάταν, με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη να παραλαμβάνει τις αρχαιότητες. Στον χαιρετισμό της αναφέρθηκε στη σημασία της διεθνούς συνεργασίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, επισημαίνοντας ότι πίσω από κάθε επαναπατρισμό βρίσκεται μια μακρά διαδικασία έρευνας, επιστημονικής τεκμηρίωσης και συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ορισμένα από τα αντικείμενα που επιστρέφουν στην Ελλάδα συνδέονται με ευρήματα της ίδιας αρχαιολογικής θέσης, τα οποία βρίσκονται ήδη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Με τον τρόπο αυτό, ο επαναπατρισμός δεν αφορά μόνο την επιστροφή μεμονωμένων αντικειμένων, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επανένωση αρχαιολογικών συνόλων που είχαν διασπαστεί μετά την παράνομη απομάκρυνσή τους από τη χώρα.
Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση είχε η Antiquities Trafficking Unit, η ειδική υπηρεσία της Εισαγγελίας του Μανχάταν που ασχολείται με την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων. Η συνεργασία της με τις ελληνικές αρμόδιες υπηρεσίες συνέβαλε στην έρευνα για την προέλευση των αντικειμένων και στην τεκμηρίωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτά βγήκαν παράνομα από την Ελλάδα.
Τα 15 αντικείμενα καλύπτουν ένα ιδιαίτερα μεγάλο χρονολογικό και πολιτιστικό εύρος. Ανάμεσά τους βρίσκονται αρχαιότητες από την προϊστορική και την πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο, την αρχαϊκή, την κλασική και την ελληνιστική εποχή, ενώ η συλλογή φτάνει μέχρι και την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο, στον 1ο αιώνα μ.Χ.
Μεταξύ των αντικειμένων που επιστρέφουν βρίσκεται ένα κυκλαδίτικο μαρμάρινο γυναικείο ειδώλιο τύπου Σπεδού, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 2700-2600 π.Χ., καθώς και ένα μαρμάρινο πώμα πυξίδας της περιόδου 2700-2200 π.Χ. Στη συλλογή περιλαμβάνεται επίσης μία πήλινη ραμφόστομη πρόχους που χρονολογείται περίπου στο 1750-1700 π.Χ.
Από την αρχαϊκή περίοδο προέρχεται ένα συμπαγές χάλκινο βραχιόλι με στικτή διακόσμηση, το οποίο χρονολογείται στον 7ο-6ο αιώνα π.Χ. και ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων «μακεδονικών χαλκών». Στα αντικείμενα της κλασικής περιόδου περιλαμβάνεται ένας μαρμάρινος κόχλος, περίπου του 400 π.Χ., ενώ στην ύστερη κλασική περίοδο χρονολογούνται ένας χάλκινος δίσκος κατόπτρου και ένα χάλκινο απορραντήριο, από το διάστημα μεταξύ 350 και 300 π.Χ.
Στα αντικείμενα που επιστρέφουν περιλαμβάνεται επίσης ένα χρυσό περιδέραιο με περίαπτο σε σχήμα αμφορέα, το οποίο χρονολογείται περίπου στο 125-120 π.Χ. Από την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο και συγκεκριμένα από την εποχή των Ιουλίων-Κλαυδίων, μεταξύ 14 και 68 μ.Χ., προέρχεται μία ανδρική κεφαλή με toga, κατασκευασμένη από εξαιρετικής ποιότητας παριανό μάρμαρο. Σύμφωνα με την τεκμηρίωση, η κεφαλή θεωρείται ότι απεικόνιζε τον Genius, την προσωποποίηση του πνεύματος του αυτοκράτορα.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις 15 αρχαιότητες έχουν πέντε χάλκινα αντικείμενα πολεμικής εξάρτυσης, συγκεκριμένα δύο κράνη και τρεις μίτρες με έκτυπη διακόσμηση. Τα αντικείμενα χρονολογούνται στον ύστερο 7ο αιώνα π.Χ. και συνδέονται τεκμηριωμένα με μια μεγάλης κλίμακας λαθρανασκαφή που πραγματοποιήθηκε το 1964 στο Αφρατί Βιάννου Ηρακλείου.
Η υπόθεση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς η έρευνα των ελληνικών αρχών κατέστησε δυνατή την ταυτοποίηση των αντικειμένων και τη σύνδεσή τους με τη συγκεκριμένη λαθρανασκαφή. Η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού αξιοποίησε αρχαιολογικές και ιστορικές δημοσιεύσεις, αρχειακό υλικό, έγγραφα και τηλεγραφήματα των αρμόδιων υπηρεσιών προς τις αστυνομικές αρχές, αλλά και στοιχεία από κατασχέσεις αρχαιοτήτων που είχαν πραγματοποιηθεί στην ίδια περιοχή.
Η έρευνα επέτρεψε να τεκμηριωθεί η προέλευση των αντικειμένων και η παράνομη διακίνησή τους εκτός Ελλάδας. Παράλληλα, ανάλογα ευρήματα από την ίδια λαθρανασκαφή είχαν κατασχεθεί στο παρελθόν από τις ελληνικές αρχές και σήμερα φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η επιστροφή των πέντε χάλκινων αντικειμένων δημιουργεί έτσι τη δυνατότητα επανένωσης ενός σημαντικού αρχαιολογικού συνόλου, το οποίο είχε διασπαστεί.
Η διαδικασία του επαναπατρισμού αναδεικνύει παράλληλα τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η διεθνής συνεργασία στην αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων. Η ελληνική πλευρά υπογραμμίζει ότι η συνεργασία με τις αμερικανικές αρχές δεν περιορίζεται στην επιστροφή των αντικειμένων, αλλά περιλαμβάνει την έρευνα, την επιστημονική τεκμηρίωση και την ανταλλαγή πληροφοριών που απαιτούνται για να αποδειχθεί η προέλευση και η παράνομη έξοδος των πολιτιστικών αγαθών.
Κατά την τελετή, η υπουργός Πολιτισμού ευχαρίστησε την Εισαγγελία του Μανχάταν, τον αντιεισαγγελέα και επικεφαλής της Antiquities Trafficking Unit Matthew Bogdanos, τα στελέχη της υπηρεσίας, καθώς και τους υπαλλήλους του υπουργείου Πολιτισμού που εργάστηκαν για την επιστημονική τεκμηρίωση των αντικειμένων.
Από αμερικανικής πλευράς, ο Matthew Bogdanos αναφέρθηκε στη σημασία της επιστροφής των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα, συνδέοντας τον επαναπατρισμό με τη συνεργασία των δύο χωρών και την προσπάθεια αντιμετώπισης της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία της υφυπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για Μορφωτικές και Πολιτιστικές Υποθέσεις Catherine Dillon, της γενικής προξένου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη Ιφιγένειας Καναρά, της προϊσταμένης της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών Βάσως Παπαγεωργίου, καθώς και στελεχών της Εισαγγελίας του Μανχάταν και του υπουργείου Πολιτισμού.
Η επιστροφή των 15 αρχαιοτήτων αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο στη μακρά διαδικασία ανάκτησης ελληνικών πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από τη χώρα. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η περίπτωση των ευρημάτων από το Αφρατί Βιάννου, καθώς η επανένωσή τους με αντικείμενα που βρίσκονται ήδη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου μπορεί να αποκαταστήσει, έστω και μερικώς, ένα αρχαιολογικό σύνολο που είχε διασπαστεί πριν από περισσότερες από έξι δεκαετίες.
Με τον νέο επαναπατρισμό, ο συνολικός αριθμός των ελληνικών αρχαιοτήτων που έχουν επιστρέψει από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω αποφάσεων της Εισαγγελίας του Μανχάταν από το 2022 φτάνει τις 179. Η εξέλιξη προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο στην προσπάθεια εντοπισμού και επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από τον τόπο προέλευσής τους.







