Ο ασκητής της πολιτικής και ο τραγικός ιδρυτής του νεοελληνικού κράτους
(10 Φεβρουαρίου 1776 – 10 Φεβρουαρίου 2026)
Συμπληρώνονται φέτος 250 χρόνια από τη γέννηση του Ιωάννη Αντωνίου Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, μιας από τις πλέον εμβληματικές, πολυσύνθετες και τραγικές φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Γεννημένος στις 10 Φεβρουαρίου 1776 στην Κέρκυρα, τότε υπό ενετική κυριαρχία, ο Καποδίστριας έμελλε να διαγράψει μια μοναδική πορεία, που ξεπέρασε τα στενά όρια του ελληνικού χώρου και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη διπλωματική ιστορία της Ευρώπης.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια με βαθιές ρίζες στην Επτάνησο. Σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στην Πάδοβα, ωστόσο πολύ σύντομα τον κέρδισε η πολιτική και η διπλωματία. Στα Ιόνια Νησιά ανέλαβε ενεργό ρόλο στη συγκρότηση της Επτανήσου Πολιτείας, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία στη διοίκηση και στη διαχείριση σύνθετων πολιτικών ισορροπιών.
Η διεθνής του ακτινοβολία κορυφώθηκε όταν εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία, φτάνοντας μέχρι τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας επί Τσάρου Αλεξάνδρου Α’. Υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής ισορροπίας μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο Συνέδριο της Βιέννης. Παράλληλα, εργάστηκε αθόρυβα αλλά επίμονα υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, χωρίς να προδώσει τη θέση του ούτε να εκθέσει τον αγώνα των Ελλήνων σε διπλωματικές περιπέτειες.
Όταν το 1827 κλήθηκε από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, ο Καποδίστριας γνώριζε καλά τι τον περίμενε. Παρέλαβε μια χώρα ρημαγμένη από τον πόλεμο, χωρίς θεσμούς, χωρίς οικονομία, χωρίς διοικητικό μηχανισμό, μια κοινωνία βαθιά διχασμένη από εμφύλιες συγκρούσεις και τοπικά συμφέροντα. Παρ’ όλα αυτά, αποδέχθηκε την αποστολή, εγκαταλείποντας μια λαμπρή διεθνή καριέρα.
Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Νίκος Καζαντζάκης, στην εισαγωγή της έμμετρης τραγωδίας του «Καποδίστριας» (1944), επρόκειτο για «μια ασκητική υψηλή φυσιογνωμία που κατέβηκε στην αναρχούμενη Ελλάδα για να βάλει τάξη». Ο Καποδίστριας δεν αυταπατήθηκε ποτέ: ήξερε ότι καλούνταν να «μερώσει θεριά», να μετατρέψει την ασύδοτη ελευθερία σε πειθαρχημένο κράτος, να θεμελιώσει νόμους, διοίκηση, παιδεία και οικονομία εκεί όπου βασίλευε το χάος.
Κατά τη σύντομη αλλά πυκνή διακυβέρνησή του (1828–1831), έθεσε τα θεμέλια του ελληνικού κράτους: ίδρυσε διοικητικούς θεσμούς, οργάνωσε στρατό και δημόσιες υπηρεσίες, εισήγαγε το πρώτο εθνικό νόμισμα (τον φοίνικα), έδωσε έμφαση στην παιδεία και στη γεωργία, προσπάθησε να περιορίσει τη δύναμη των τοπικών προεστών και να επιβάλει την έννοια του κράτους δικαίου.
Ωστόσο, η συγκεντρωτική του πολιτική, η αυστηρότητα και η αδιαλλαξία του απέναντι στα κατεστημένα συμφέροντα, του δημιούργησαν σφοδρούς εχθρούς. Η σύγκρουσή του με ισχυρές οικογένειες, αλλά και με ξένες δυνάμεις που επιθυμούσαν μια πιο ελεγχόμενη Ελλάδα, οδήγησε στη μοιραία κατάληξη. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο, μπροστά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, σφραγίζοντας με το αίμα του την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Δύο αιώνες και μισός μετά τη γέννησή του, η μορφή του εξακολουθεί να διχάζει αλλά και να συγκλονίζει. Για άλλους υπήρξε αυταρχικός κυβερνήτης· για άλλους, ένας ανιδιοτελής οραματιστής που προηγήθηκε της εποχής του. Εκείνο που δύσκολα αμφισβητείται είναι ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ένας από τους ελάχιστους ηγέτες που υπηρέτησαν την Ελλάδα χωρίς προσωπικό όφελος, με απόλυτη αφοσίωση και βαθιά πίστη στη «θαυματουργική δύναμη του φωτισμένου νου», όπως έγραψε ο Καζαντζάκης.
Σαν σήμερα, πριν από 250 χρόνια, γεννήθηκε στην Κέρκυρα ο άνθρωπος που προσπάθησε να μετατρέψει ένα επαναστατημένο έθνος σε οργανωμένο κράτος. Και ίσως, όσο η Ελλάδα συνεχίζει να αναζητά ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και τη θεσμική τάξη, η σκιά του Ιωάννη Καποδίστρια να παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.